Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εισβάλλω [εἰσβάλλω] ει-σβάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. εισέβαλλα, αόρ. εισέβαλα, εισβάλω, εισβάλλ-οντας} 1. μπαίνω με τη βία σε ξένη χώρα, παραβιάζω τα σύνορά της και εισχωρώ στα εδάφη της με στρατό· γενικότ. εισέρχομαι σε χώρο συχνά με βίαιο τρόπο, πάντοτε όμως ορμητικά και μαζικά ή αιφνιδιαστικά: Εχθρικές δυνάμεις εισέβαλαν στην περιοχή. ΣΥΝ. επιτίθεμαι.|| Ο επίδοξος ληστής εισέβαλε στην τράπεζα κρατώντας καραμπίνα. Τουρίστες ~ουν στα (= κατακλύζουν τα) νησιά. Ο ιός/η νόσος ~ει βαθμιαία. Πβ. εισ-, εφ-ορμώ, μπουκάρω, χυμώ. 2. (μτφ.) εισέρχομαι αυθαίρετα, παραβιάζοντας δικαιώματα ή μεταβάλλοντας τα δεδομένα: Τα μεταλλαγμένα τρόφιμα ~ουν έμμεσα στη διατροφή μας. Η κάμερα της εκπομπής ~ει στα σπίτια και τους χώρους εργασίας.|| (θετ. συνυποδ.) Οι τεχνολογίες της Πληροφορικής εισέβαλαν στην εκπαίδευση. [< αρχ. εἰσβάλλω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.