Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εισπράττω [εἰσπράττω] ει-σπράτ-τω ρ. (μτβ.) {εισέπραττε, εισέπρα-ξε, εισπρά-ξω, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί (λόγ. μτχ. εισπραχθείς, -θείσα, -θέν), εισπραττ-όμενος, εισπράττ-οντας} 1. παίρνω οφειλόμενο χρηματικό ποσό, ενεργώντας για τον εαυτό μου ή για λογαριασμό τρίτου: ~ ασφάλιστρα/ενοίκια/επίδομα/επιταγή/προκαταβολή/σύνταξη. Το κράτος ~ει εισφορές/φόρους. Η εταιρεία ~ει δικαιώματα (από τις πωλήσεις)/ποσοστό επί των κερδών. Οι τράπεζες ~ουν τόκους. Ποσό που ~χθηκε από αποκρατικοποιήσεις/από εκποίηση ακινήτων. ~όμενα/~χθέντα: ποσά/τέλη. Βλ. προ~. ΑΝΤ. καταβάλλω (1), πληρώνω (1) 2. (μτφ.) γίνομαι αποδέκτης θετικής ή αρνητικής συμπεριφοράς: ~ αγάπη/αδιαφορία/απόρριψη/εγκωμιαστικές κριτικές/ευγνωμοσύνη/παράπονα. ... ~οντας τα χειροκροτήματα των θεατών. [< 1: αρχ. εἰσπράττω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.