Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εισφοροδιαφεύγω [εἰσφοροδιαφεύγω] ει-σφο-ρο-δι-α-φεύ-γω ρ. (αμτβ.): δεν καταβάλλω τις οφειλόμενες εισφορές προς τα ασφαλιστικά ταμεία: ~ει ένα ποσοστό ασφαλισμένων/επιχειρήσεων/εργαζομένων. Θέσπιση αυστηρών κυρώσεων σε όσους ~ουν (= στους ~οντες). Βλ. φοροδιαφεύγω.

φοροδιαφεύγω

φοροδιαφεύγωφο-ρο-δι-α-φεύ-γω ρ. (αμτβ.) {φοροδιέφυγ-ε, φοροδιαφύγει, φοροδιαφεύγ-οντας, (λόγ. μτχ.) -οντες}: ΟΙΚΟΝ. διαπράττω φοροδιαφυγή: Πρόστιμα-φωτιά για όσους ~ουν. Επαγγελματικές τάξεις που ~ουν συστηματικά. Βλ. φοροαποφεύγω, φοροκλέβω.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.