Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • εκατοστόλιτρο [ἑκατοστόλιτρο] ε-κα-το-στό-λι-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του όγκου (συμβ. cl) ισοδύναμη με ένα εκατοστό του λίτρου: δοχεία/μπουκάλια των ... ~ων. Βλ. χιλιοστόλιτρο. [< γαλλ. centilitre]

χιλιοστόλιτρο

χιλιοστόλιτροχι-λιο-στό-λι-τρο ουσ. (ουδ.) {-ων (λόγ.) -ίτρων} (σύμβ. ml): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του όγκου, ισοδύναμη με ένα χιλιοστό του λίτρου: εκατό ~α νερού. ΣΥΝ. εμέλ, μιλιλίτρ [< γαλλ.-αγγλ. millilitre]