εκεχειρία [ἐκεχειρία] ε-κε-χει-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. προσωρινή κατάπαυση εχθροπραξιών, που κηρύσσεται κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας μεταξύ των εμπολέμων· συνεκδ. το επίσημο κείμενο με τους όρους της: άμεση/εύθραυστη/μονομερής/παγκόσµια ~. Επιβολή/επίτευξη/πρόταση ~ας. Απόρριψη/άρση/λήξη/παραβίαση/τήρηση της ~ας. Η ~ κατέρρευσε/παραβιάστηκε. || Υπογραφή ~ας. ΣΥΝ. ανακωχή 2. (μτφ.) πρόσκαιρη διακοπή οποιασδήποτε διένεξης ή διαμάχης: πολιτική ~. Μακρόχρονη ~ μεταξύ των κομμάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: ολυμπιακή εκεχειρία βλ. ολυμπιακός [< αρχ. ἐκεχειρία]
ολυμπιακός
ολυμπιακός, ή, ό [ὀλυμπιακός] ο-λυ-μπι-α-κός επίθ. 1. ΑΘΛ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) που σχετίζεται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες: ~ός: βωμός/εθελοντισμός/ύμνος/χάρτης (: που ορίζει τις αρχές που διέπουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την τήρησή τους από την εκάστοτε διοργανώτρια πόλη). ~ή: αποστολή/ιδέα (= ολυμπισμός)/νίκη/χορηγία. ~ό: ιδεώδες/κέντρο (π.χ. κωπηλασίας, ξιφασκίας)/μετάλλιο/πάρκο/πνεύμα/ρεκόρ/στάδιο/συγκρότημα/τουρνουά. ~ές: αξίες/διακρίσεις/εγκαταστάσεις/υποδομές. ~ά: αγωνίσματα. Διεθνής ~ή Ακαδημία (ακρ. ΔΟΑ)/Επιτροπή (ακρ. ΔΟΕ). Σχεδιασμός ~ής ασφάλειας. Βλ. μετα~, παρα~, προ~.|| ~ές: σπουδές.2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε συμφωνεί ή γίνεται με τις προδιαγραφές των Ολυμπιακών Αγώνων: γήπεδο/πισίνα ~ών διαστάσεων (= πενηντάρα). ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες & Σπέσιαλ Ολύμπικς: ΑΘΛ. αθλητική διοργάνωση που διεξάγεται κάθε δύο χρόνια και στην οποία συμμετέχουν παιδιά και ενήλικοι με νοητική υστέρηση. Βλ. Παραολυμπιακοί Αγώνες. [< αγγλ. Special Olympics, 1968] , ολυμπιακή εκεχειρία: η ιδέα και το κίνημα για την επαναφορά του θεσμού κατάπαυσης των εχθροπραξιών στην υφήλιο κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων., Ολυμπιακή Οικογένεια: τα πρόσωπα τα οποία απαρτίζουν τις αντιπροσωπείες των χωρών που συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες (π.χ. αθλητές, προπονητές, συνοδοί)., ολυμπιακή παιδεία: παιδαγωγικό πρόγραμμα που έχει ως στόχο τον καθορισμό ή/και την τροποποίηση προτύπων συμπεριφοράς των νέων, σύμφωνα με τις διαχρονικές αξίες του ολυμπισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του σύγχρονου πολιτισμού., ολυμπιακή σημαία: σύμβολο των Ολυμπιακών Αγώνων· αποτελείται από πέντε κύκλους (μπλε, μαύρο, κόκκινο, κίτρινο, πράσινο) που συμπλέκονται σε άσπρο φόντο και αντιστοιχούν σε καθεμία από τις πέντε ηπείρους., ολυμπιακή φλόγα: σύμβολο των Ολυμπιακών Αγώνων· η τελετή αφής της γίνεται αρκετούς μήνες πριν από την έναρξή τους στο βωμό της Αρχαίας Ολυμπίας και παραμένει αναμμένη μέχρι την τελετή λήξης τους: η άφιξη/η παράδοση/το ταξίδι/η υποδοχή της ~ής ~ας., ολυμπιακό χωριό: οικισμός στον οποίο φιλοξενούνται κυρ. οι αθλητές κατά την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων., Ολυμπιακοί Αγώνες & (προφ.) Ολυμπιακοί & (επίσ.) Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες 1. ΑΡΧ. οι σημαντικότεροι αθλητικοί αγώνες που τελούνταν πανελληνίως προς τιμήν του Δία κάθε τέσσερα χρόνια στην Αρχαία Ολυμπία: Οι ~ ~ έγιναν για πρώτη φορά το 776 π.Χ. ΣΥΝ. Ολύμπια (τα) 2. η μεγαλύτερη παγκόσμια αθλητική διοργάνωση που φιλοξενείται από διαφορετική διοργανώτρια πόλη κάθε τέσσερα χρόνια και στην οποία συμμετέχουν αθλητές από όλο τον κόσμο: Οι πρώτοι σύγχρονοι ~ ~ έγιναν στην Αθήνα το 1896. Οι πρώτοι ~ ~ Νέων διεξήχθησαν τον Αύγουστο του 2010 στη Σιγκαπούρη (: για νέους ηλικίας 14-18 χρονών). Τελετή έναρξης/λήξης των ~ών ~ων. Η μασκότ των ~ών ~ων. Βλ. παραολυμπιάδα. ΣΥΝ. Ολυμπιάδα (2), ολυμπιακός όρκος: όρκος που απαγγέλλει αθλητής ή αθλήτρια της διοργανώτριας χώρας και ένας κριτής για λογαριασμό όλων των αθλητών και των κριτών αντίστοιχα που συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες κατά την εναρκτήρια τελετή τους., Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες: ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες για χειμερινά αθλήματα και αγωνίσματα στον πάγο., ολυμπιακή δάδα βλ. δάδα, ολυμπιακή λαμπαδηδρομία βλ. λαμπαδηδρομία [< αρχ. Ὀλυμπιακός, γαλλ. olympique, αγγλ. olympic]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.