Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εκκοσμίκευση [ἐκκοσμίκευση] εκ-κο-σμί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αποδέσμευση κοινωνίας, θεσμού, συμπεριφοράς από την επίδραση της θρησκείας: ~ της γνώσης. 2. προσαρμογή οργανωμένης θρησκείας στις επικρατούσες αντιλήψεις της κοινωνίας: ~ της Εκκλησίας. [< γαλλ. sécularisation]