Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εκκοσμικεύω [ἐκκοσμικεύω] εκ-κο-σμι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εκκοσμίκευ-σε, εκκοσμικεύ-θηκε (σπάν.) -τηκε, -θεί κ. -τεί, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (σπάν.-λόγ.): προσδίδω κοσμικό χαρακτήρα σε κάτι: Η Εκκλησία έχει ~θεί.|| ~μένη: κοινωνία. [< γαλλ. séculariser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.