Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εκλιπών , ούσα, όν [ἐκλιπών] ε-κλι-πών επίθ./ουσ. {εκλιπ-όντος, -όντα | -όντες, -όντων} (λόγ.): (για πρόσ.) που έχει πεθάνει: ~/~ούσα: σύζυγος.|| (ως ουσ.) Η μνήμη/η οικογένεια του ~όντος/της ~ούσης. Πβ. αποθανών, κεκοιμημένος, μακαρίτης, μεταστάς. ΣΥΝ. τεθνεώς ● βλ. εκλείπει [< αρχ. ἐκλιπών]

εκλείπει

εκλείπει[ἐκλείπει] ε-κλεί-πει ρ. (αμτβ.) {εξέλιπε, εκλεί-ψει, μτχ. εκλιπ-ών, -ούσα, -όν} (λόγ.): εξαφανίζεται, χάνεται, παύει να υπάρχει: ~ η ανάγκη/ο κίνδυνος (ΑΝΤ. ανακύπτει). Επαγγέλματα που ~ουν. Έχει ~ψει κάθε ελπίδα για ... Αν παραιτηθεί ή ~ψει (= πεθάνει) ο πρόεδρος, … Έχουν ~ψει (= αφανιστεί) δεκάδες είδη χλωρίδας και πανίδας. ● βλ. εκλιπών [< αρχ. ἐκλείπω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.