Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εκπαίδευση [ἐκπαίδευση] εκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΑΙΔΑΓ. συστηματική, οργανωμένη και χρονικά καθορισμένη διαδικασία μετάδοσης γνώσεων, αξιών, δεξιοτήτων και ικανοτήτων, η οποία υλοποιείται από την Πολιτεία ή άλλους φορείς: γλωσσική/δημόσια (δωρεάν)/δίγλωσση/ελληνόγλωσση/ιδιωτική/ποιοτική/πολύγλωσση/συμπεριληπτική/φροντιστηριακή (πβ. παραπαιδεία)/ψηφιακή ~. Εγκύκλια ~. Υποχρεωτική (: νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο) και μη υποχρεωτική (: λύκειο) ~. Ανώτατη (: ακαδημαϊκή, πανεπιστημιακή) και ανώτερη (: τεχνολογική) ~. (Προ)σχολική ~. Προ-/μετα-πτυχιακή ~. Κοινωνιολογία της ~ης. Σύμβουλος ~ης (= σχολικός σύμβουλος). Οι νέες τεχνολογίες στην ~. Ο δημόσιος χαρακτήρας της ~ης. Πβ. παιδεία. Βλ. μετ~, συν~, τηλ~. 2. (κατ' επέκτ.) κατάρτιση: επαγγελματική ~. Συνεχής ~ (προσωπικού/υπαλλήλων). Βλ. Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε., αυτο~, (εξ)ειδίκευση, επιμόρφωση. 3. άσκηση: αθλητική ~. Λαμβάνω θεωρητική (πχ. ως υποψήφιος οδηγός)/ταχύρυθμη (βλ. σεμινάριο) ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Βασική ~ (: στα ΚΕΝ). ~ στα όπλα.|| ~ σκύλων (= εκγύμναση). Βλ. προ~. 4. αγωγή, γαλούχηση, διαπαιδαγώγηση: ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα/την υγεία. ● ΣΥΜΠΛ.: άτυπη εκπαίδευση/μάθηση & (σπάν.) ανεπίσημη εκπαίδευση/μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που πραγματοποιείται μέσα από τις καθημερινές εμπειρίες και την προσωπική αναζήτηση του ατόμου. [< αγγλ. informal education/learning] , δευτεροβάθμια/μέση εκπαίδευση: το Γυμνάσιο και το Λύκειο, η βαθμίδα της εκπαίδευσης μεταξύ της πρωτοβάθμιας και της τριτοβάθμιας: δημόσια/ιδιωτική ~ ~., διά βίου μάθηση/εκπαίδευση: που συντελείται καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής και καλύπτει όλα τα είδη και επίπεδα της τυπικής, μη τυπικής και άτυπης εκπαίδευσης. Βλ. Λαϊκό Πανεπιστήμιο, συνεχιζόμενη/διά βίου/διαρκής κατάρτιση. [< αγγλ. lifelong learning, 1930, lifelong education] , εκπαίδευση ενηλίκων: κάθε οργανωμένη εκπαιδευτική διαδικασία με την οποία το ενήλικο άτομο αναπτύσσει τις ικανότητές του, εμπλουτίζει τις γνώσεις του, βελτιώνει τα προσόντα του, με σκοπό την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και την ενεργό συμμετοχή του στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη: άτυπη ~ ~. Γενική γραμματεία ~ης ~ (ακρ. ΓΓΕΕ). ~ ~ μεταναστών στην ελληνική γλώσσα. Η ~ ~ συμβάλλει στην αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού. Πβ. συνεχιζόμενη εκπαίδευση. Βλ. σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. [< αγγλ. adult education, 1814] , εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση & διδασκαλία/μάθηση/σπουδές εξ αποστάσεως/από απόσταση: που γίνεται χωρίς φυσική παρουσία στον ίδιο χώρο διδασκόντων και διδασκομένων και βασίζεται στην επικοινωνία με ηλεκτρονικά μέσα, όπως το διαδίκτυο. Βλ. Ανοικτό Πανεπιστήμιο, τηλεκατάρτιση. ΣΥΝ. τηλεκπαίδευση, τηλεμάθηση [< αγγλ. distance education, distance learning, 1972] , επίσημη/τυπική εκπαίδευση & (σπάν.) μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που παρέχεται μέσα από ένα αυστηρά καθορισμένο πρόγραμμα σπουδών και εκτείνεται σε τρεις βαθμίδες. Βλ. πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια εκπαίδευση. [< αγγλ. formal education] , ηλεκτρονική εκπαίδευση: σύγχρονη μέθοδος εκμάθησης από απόσταση που βασίζεται σε ηλεκτρονικά μέσα: (α)σύγχρονη ~ ~. ~ ~ των ατόμων με ειδικές ανάγκες/των εργαζομένων στη χρήση των νεώτερων τεχνολογιών (πβ. τηλε-κατάρτιση, -µάθηση). Μοντέλο/περιβάλλον/πλατφόρμα/πρόγραμμα/σύστημα/υπηρεσίες ~ής ~ης. ~ ~ και χρήση πολυμέσων. Πβ. τηλεκπαίδευση. Βλ. κινητή μάθηση. [< αγγλ electronic/e- learning, e-education] , μη επίσημη/μη τυπική εκπαίδευση & (σπάν.) μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που λειτουργεί παράλληλα με την επίσημη και παρέχει συμπληρωματικές γνώσεις και δεξιότητες. Βλ. περιβαλλοντική εκπαίδευση. [< αγγλ. non-formal education] , πρωτοβάθμια εκπαίδευση & στοιχειώδης: το Δημοτικό Σχολείο., συνεχιζόμενη εκπαίδευση: επιμορφωτικά προγράμματα, που απευθύνονται κυρ. σε επαγγελματίες, για τις πρόσφατες εξελίξεις στο πεδίο του ενδιαφέροντός τους: ~ ~ και κατάρτιση (ακρ. ΣΕΚ). ~ ~ και διά βίου μάθηση. Πβ. εκπαίδευση ενηλίκων. [< αγγλ. continuing education, 1927, further education, 1937] , τριτοβάθμια εκπαίδευση: η ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση: εισαγωγή στην ~ ~. Βλ. ΑΕΙ, ΤΕΙ., ανοιχτή εκπαίδευση βλ. ανοιχτός, αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αντισταθμιστικός, ασύγχρονη τηλεκπαίδευση βλ. τηλεκπαίδευση, βασική εκπαίδευση βλ. βασικός, διαπολιτισμική εκπαίδευση βλ. διαπολιτισμικός, ειδική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αγωγή, εκπαιδευτικό σύστημα βλ. εκπαιδευτικός, Κέντρο (Εκπαίδευσης) Νεοσυλλέκτων βλ. νεοσύλλεκτος, περιβαλλοντική εκπαίδευση βλ. περιβαλλοντικός, τεχνική εκπαίδευση βλ. τεχνικός [< γαλλ. éducation, αγγλ. education]

α

α{ά κλ.} 1. (πρόφ. άλφα) το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει το φωνήεν [a]: ~ κεφαλαίο (Α). ~ μικρό (α). 2. (σε αρίθμηση, πρόφ. άλφα) πρώτος σε μια σειρά (χρονική, ιεραρχική, αξιολογική): (για αυτοκράτορα ή βασιλιά) Αλέξανδρος/Φίλιππος (ο) Α΄. Βιβλίο/εδάφιο/ενότητα/κεφάλαιο/παράγραφος α΄ (ή Α΄). Συγγενής ~ βαθμού. Ξενοδοχείο ~ κατηγορίας. Λάδι ~ ποιότητας. Μάρμαρα ~ διαλογής. Βιταμίνη ~. Καροτίνη ~/~-καροτίνη. Η ραψωδία Α (κεφαλαίο Α) της Ιλιάδας και α (μικρό α) της Οδύσσειας. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Α ή ,α) χίλιοι, χίλια. 4. ΦΥΣ. Α: το σύμβολο του αμπέρ. 5. (Α΄, πρόφ. άλφα) ο βαθμός "Άριστα" στη Γ' και Δ' τάξη του Δημοτικού Σχολείου: ~ με τόνο. ● ΦΡ.: Α3: ΤΥΠΟΓΡ. μέγεθος φύλλου χαρτιού με διαστάσεις 29,7 × 42 εκατοστά: Φωτοτυπίες σε μέγεθος ~., Α4: ΤΥΠΟΓΡ. χαρτί διαστάσεων 21 × 29,7 εκατοστών:, α-α (άλφα-άλφα) (προφ.) 1. άριστης ποιότητας, ανώτατης αξίας, πρώτης τάξεως ή κλάσεως: Πεπόνια ~ ~ (= εκλεκτά). 2. (στη στρατιωτική αργκό) αδικαιολόγητα απών: Βγήκα ~ ~. [< αρχ. ἄλφα, εβραϊκό aleph]

αγωγή

αγωγή[ἀγωγή] α-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική διαδικασία για την ψυχική, πνευματική μόρφωση και σωματική διάπλαση του ανθρώπου, εκπαίδευση, κατάρτιση σε ένα ορισμένο αντικείμενο ή ανατροφή: αισθητική/διαπολιτισμική/εικαστική/ελληνική/επαγγελματική/ηθική/θεατρική/θρησκευτική/καλλιτεχνική/κοινωνική/μουσειακή/πολυπολιτισμική/προγεννητική (: προετοιμασία για τον γονεϊκό ρόλο)/προσχολική/στρατιωτική/συμβουλευτική/συναισθηματική/υποχρεωτική/χριστιανική ~. ~ νου και ψυχής (πβ. γαλούχηση). ~ του καταναλωτή. Προβλήματα ~ής και παιδείας (πβ. διαπαιδαγώγηση).|| (για άνθρωπο:) με/χωρίς ~ (: με καλή ανατροφή/ανάγωγος). Έχει λάβει ~/στερείται ~ής από το σπίτι. Έδωσε καλή ~ στα παιδιά του. Βλ. δι~. 2. ΝΟΜ. αίτηση δικαστικής προστασίας με σκοπό την ικανοποίηση προσβαλλόμενου δικαιώματος και συνεκδ. το έγγραφο με το οποίο υποβάλλεται η ανωτέρω αίτηση (το δικόγραφό της): δικαστική/ένδικη/ποινική ~. ~ διαζυγίου/έξωσης (λόγω ιδιοχρησίας). ~ για ηθική βλάβη/καταβολή αποζημίωσης/συκοφαντική δυσφήμιση. ~ εναντίον/κατά/σε βάρος (κάποιου). Ασκώ/εγείρω/κάνω (πβ. ενάγω)/καταθέτω/κινώ/προβαίνω σε/προχωρώ σε/υποβάλλω ~. Απορρίπτεται/γίνεται δεκτή/κοινοποιείται/συζητείται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η ~. Αξίωσε με ~ την αναγνώριση της πατρότητας. Βλ. αναφορά, αντ~, καταγγελία, μήνυση, προσ~. 3. ΙΑΤΡ. συστηματική αντιμετώπιση ενός προβλήματος υγείας: αντιβιοτική/αντιμικροβιακή/αντιπηκτική/εναλλακτική/θεραπευτική/ιατροφαρμακευτική/παρηγορητική/προληπτική/συντηρητική/φαρμακευτική ~. ~ για αντιμετώπιση επιπλοκών/οστεοπόρωση/υπέρταση. Ο γιατρός όρισε ~ με δίαιτα/φάρμακα. Πβ. θεραπεία, κούρα. 4. ΦΥΣ. μετάδοση ενέργειας μέσα από ένα υλικό μέσο: ~ ηλεκτρισμού/θερμότητας. Βλ. αγώγιμος, εισ~, εξ~, περι~. ● ΣΥΜΠΛ.: αγωγή κακοδικίας: ΝΟΜ. που ασκεί κάποιος εναντίον δικαστικού λειτουργού ή δικηγόρου για ζημία σε βάρος του, λόγω αμέλειας ή παραδρομής κατά την άσκηση των καθηκόντων του: Δικαστήριο Αγωγών ~., αγωγή του πολίτη & Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή: σχολικό μάθημα και βιβλίο που αναφέρεται στη λειτουργία της κοινωνίας και τη διοίκηση των δήμων, καθώς και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών., αγωγή υγείας: δραστηριότητα που στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής μέσω της ενημέρωσης και της ευαισθητοποίησης σε θέματα υγείας: προγράμματα ~ής ~ στα σχολεία., γλωσσική αγωγή: που στοχεύει στην καλλιέργεια της γλώσσας και συγκεκριμένα του προφορικού λόγου, της ακρόασης, της ανάγνωσης και της γραφής: ~ ~ στο νηπιαγωγείο. Αξιοποίηση των υπολογιστών στη ~ ~., ειδική αγωγή/εκπαίδευση: αγωγή ατόμων που αποκλίνουν σε σημαντικό βαθμό διανοητικά, σωματικά, κοινωνικά ή συναισθηματικά από αυτόν που θεωρείται φυσιολογικός: ~ ~ κωφών. ~ ~ και αυτισμός. [< αγγλ. special education, 1921] , κυκλοφοριακή αγωγή: που αποσκοπεί στην εκμάθηση της σωστής οδικής κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών: ~ ~ παιδιών ηλικίας ως δώδεκα ετών., περιβαλλοντική αγωγή: διαδικασία που οδηγεί στην ανάπτυξη ικανοτήτων και στάσεων απαραίτητων για την κατανόηση και την εκτίμηση της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο, τον πολιτισμό του και το βιοφυσικό περιβάλλον και κυρ. την προστασία του τελευταίου: οικολογική παιδεία και ~ ~. Βιώσιμη ανάπτυξη με την ~ ~. Ευαισθητοποίηση των μαθητών σε θέματα ~ής ~ής. [< αγγλ. environmental education] , πολιτική αγωγή: ΝΟΜ. (σε ποινικό δικαστήριο) αξιώσεις αστικής φύσεως (για αποζημίωση, αποκατάσταση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης), όπως και ποινικές, οι οποίες προκύπτουν από έγκλημα· ειδικότ. ο παθών ή κυρ. καταχρ. ο δικηγόρος του παθόντος: Ο εκπρόσωπος/ο συνήγορος της ~ής ~ής. Οι συγγενείς των θυμάτων μπορούν να παραστούν στο δικαστήριο ως ~ ~., σεξουαλική αγωγή/διαπαιδαγώγηση: που έχει ως στόχο την εξοικείωση με τη σεξουαλικότητα του ανθρώπου, με θέματα ανατομίας και υγιεινής και την ενημέρωση σχετικά με την αντισύλληψη και την αναπαραγωγή: ~ ~ στα σχολεία. Διαφυλικές σχέσεις/έφηβοι και ~ ~. [< αγγλ. sex(ual) education, 1920, γαλλ. éducation sexuelle] , φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή: σύνολο κινητικών και αισθητικών δραστηριοτήτων που αποβλέπουν στη βιολογική, κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου και την καλλιέργεια της συνεργασίας, της ομαδικότητας και της πειθαρχίας, γυμναστική· ειδικότ. το αντίστοιχο σχολικό μάθημα: ~ ~ των νέων/στο σχολείο. Βλ. αθλητισμός.|| Διδάσκω/σπούδασε ~ ~. [< αγγλ. physical education] , αναγνωριστική αγωγή βλ. αναγνωριστικός, αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αντισταθμιστικός, διεκδικητική αγωγή βλ. διεκδικητικός, καταψηφιστική αγωγή βλ. καταψηφιστικός, ρυθμική αγωγή βλ. ρυθμικός ● ΦΡ.: αγωγή περί κλήρου βλ. κλήρος [< 1: αρχ. ἀγωγή, 2: μτγν. 3: γαλλ. procès, 4: αγγλ. conduction]

αεί

αεί[ἀεί] α-εί επίρρ. (αρχαιοπρ.): πάντα, αιώνια, κυρ. στις ● ΦΡ.: ες αεί βλ. εσαεί., γηράσκω αεί διδασκόμενος βλ. γηράσκω, νυν και αεί βλ. νυν, όμοιος ομοίω αεί πελάζει βλ. πελάζει, στο νυν και αεί βλ. νυν [< αρχ. ἀεί]

ανοιχτός

ανοιχτός, ή, ό [ἀνοιχτός] α-νοι-χτός επίθ. & ανοικτός 1. που επιτρέπει, κυρ. μετακινούμενος ή αφαιρούμενος, την πρόσβαση σε κάτι κλειστό ή την (οπτική) επαφή με το εσωτερικό του: ~ός: φάκελος. ~ή: πόρτα. ~ό: παράθυρο/στόμα/συρτάρι. Εξετάσεις με ~ά βιβλία. Πβ. ανοιγμένος, ολάνοιχτος. Βλ. μισάνοιχτος.|| (μτφ.) Το σπίτι του είναι πάντα ~ό στους/για τους φίλους του (= φιλόξενο). Όλοι οι δρόμοι είναι ~οί μπροστά σου (: δεν υπάρχουν εμπόδια, το μέλλον είναι ευοίωνο). Όσο έχω τα μάτια μου ~ά (= όσο ζω), θα του χρωστώ ευγνωμοσύνη.|| ~ή: μπλούζα. ~ό: πουκάμισο. Ρούχα ελαφριά, με ~ό λαιμό. ΣΥΝ. ξεκούμπωτος. ΑΝΤ. κουμπωμένος.|| (ξεσκέπαστος, μη στεγασμένος, ακάλυπτος:) ~ή: πισίνα. ~ό: αυτοκίνητο (= κάμπριο)/θέατρο/μπουκάλι/φρεάτιο. ~οί: χώροι άθλησης. ΑΝΤ. σκεπασμένος, σκεπαστός.|| ~ά: λουλούδια (= ανθισμένα). 2. ανεπούλωτος: (κυριολ. κ. μτφ.) ~ά: τραύματα (ΑΝΤ. επουλωμένα). 3. που δεν εμποδίζεται η είσοδος σε αυτόν ή που δεν είναι περικυκλωμένος από φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο: ~ός: κόλπος. ~ή: κοιλάδα. Σπίτι με ~ή (= ανεμπόδιστη, ελεύθερη) θέα. Λιμάνι ~ό στα βορειοανατολικά. Ταξίδι στο ~ό πέλαγος. Πβ. ευρύς, πλατύς.|| ~ή: αυλή (= χωρίς περίφραξη). ~ά: σύνορα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: στροφή (= μεγάλης, αμβλείας γωνίας). ΑΝΤ. κλειστός (6) 4. απλωμένος, ξεδιπλωμένος: ~ή: ομπρέλα/παλάμη. Με ~ά (τα) πόδια/φτερά/χέρια (= τεντωμένα).|| Χορεύουν σε ~ό κύκλο. ΑΝΤ. κλειστός (7) 5. που επιτρέπει τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου και γενικότ. είναι σε λειτουργία: ~ός: διακόπτης. ~ό: μικρόφωνο/φως. Άφησε/ξέχασε το μάτι της κουζίνας ~ό/την τηλεόραση ~ή/τον υπολογιστή ~ό. (ΣΥΝ. αναμμένος. ΑΝΤ. σβηστός).|| ~ή: βαλβίδα.|| Είναι ~ά σήμερα τα μαγαζιά; ΑΝΤ. κλειστός (3) 6. (μτφ.) που διακρίνεται από ευρύτητα πνεύματος, δεκτικότητα ή εξωστρέφεια, κοινωνικότητα: (χωρίς προκαταλήψεις:) ~ή: κοινωνία/σκέψη. ~ό: μυαλό.|| (δεκτικός, διαθέσιμος:) ~ στον διάλογο/στην κριτική/σε προτάσεις/στη συνεργασία.|| (εξωστρεφής, κοινωνικός:) Φιλικός, προσιτός και ~ στους πάντες. ΑΝΤ. κλειστός (5) 7. φωτεινός: ~ός: τόνος. ~ή: απόχρωση/επιδερμίδα. ~ό: χρώμα (ματιών). ~ές: ανταύγειες. ~ά: μαλλιά. ΣΥΝ. ανοιχτόχρωμος ΑΝΤ. σκούρος 8. που δεν έχει (προ)καθοριστεί, προσδιοριστεί ή ρυθμιστεί ακόμα· εκκρεμής: ~ός: χρόνος αποπληρωμής. ~ό: συμβόλαιο (= χωρίς ορισμένη ημερομηνία λήξης). Ζήτημα ~ό (πβ. ανεπίλυτο).|| Αφήνω ~ό το ενδεχόμενο να ... (: δεν το αποκλείω, το θεωρώ πιθανό). 9. που επιτρέπει τη συμμετοχή ή την είσοδο όλων: ~ός: διαγωνισμός/διάλογος. ~ή: ακρόαση/διαδικασία/εκδήλωση/επικοινωνία/προκήρυξη/συζήτηση/συνέλευση. ~ό: σεμινάριο. ~ές: τεχνολογίες. Αίθουσα ~ή στο κοινό. Πβ. δημόσιος. ΑΝΤ. κλειστός (4) 10. που γίνεται φανερά και απροκάλυπτα, χωρίς προσπάθεια να κρατηθεί κρυφός: ~ή: αντιπαράθεση. Σε ~ή ρήξη.|| (σε χαρτοπαίγνιο:) ~ά φύλλα (= που μπορούν να τα δουν όλοι οι παίκτες). ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή άμυνα: ΑΘΛ. άμυνα που αφήνει στους αντιπάλους διόδους προς την εστία ή το καλάθι. ΑΝΤ. κλειστή άμυνα, ανοιχτή ατζέντα: που μπορεί να περιλάβει οποιοδήποτε θέμα προς συζήτηση: διαπραγματεύσεις/συνάντηση/συνεδρίαση με ~ ~., ανοιχτή εκπαίδευση: η δυνατότητα πρόσβασης κάθε πολίτη στην εκπαίδευση και ειδικότ. το δικαίωμα του κάθε φοιτητή να καθορίζει μόνος του τον τόπο, τον χρόνο και τον ρυθμό μελέτης του: ~ ~ με αρθρωτό/σπονδυλωτό σύστημα (: πρόγραμμα σπουδών που συνδυάζει θεματικές ενότητες). ~ ~ και εκπαίδευση εξ αποστάσεως/τηλεκπαίδευση. Βλ. Ανοικτό Πανεπιστήμιο, εκπαίδευση ενηλίκων. [< αγγλ. open education] , ανοιχτή ημερομηνία: που δεν έχει προκαθοριστεί: ~ ~ αναχώρησης/επιστροφής. Εισιτήρια ~ής ~ας. ΑΝΤ. κλειστή ημερομηνία, ανοιχτή οικονομία: ΟΙΚΟΝ. βασισμένη στο διεθνές εμπόριο: ελεύθερη ~ ~. Καθεστώς ~ής ~ας. Βλ. κλειστή οικονομία., ανοιχτή συλλαβή: ΓΛΩΣΣ. που λήγει σε φωνήεν. ΑΝΤ. κλειστή συλλαβή, ανοιχτή χορδή: ΜΟΥΣ. που πάλλεται, δεν είναι πατημένη (από κάποιο δάχτυλο). ΑΝΤ. κλειστή χορδή., ανοιχτό κύκλωμα: ΗΛΕΚΤΡ. που δεν είναι συνδεδεμένο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος: τάση ~ού ~ατος. Θερμοσίφωνες/λέβητες ~ού ~ατος. ΑΝΤ. κλειστό κύκλωμα. [< αγγλ. open circuit] , ανοιχτό παιχνίδι 1. ΑΘΛ. αγώνας χωρίς στενά μαρκαρίσματα μεταξύ των παικτών: ~ ~ με πολλά γκολ. ΑΝΤ. κλειστό παιχνίδι 2. με πιθανή κάθε έκβαση., ανοιχτός ορίζοντας 1. ανεμπόδιστος. 2. (μτφ.) ελεύθερος, που παρέχει απεριόριστες δυνατότητες: άνθρωπος/κοινωνία ~ών ~όντων. ΑΝΤ. κλειστός ορίζοντας (1), ανοικτές πωλήσεις βλ. πώληση, Ανοικτό Πανεπιστήμιο βλ. πανεπιστήμιο, ανοιχτή ακρόαση βλ. ακρόαση, ανοιχτή γραμμή (επικοινωνίας) βλ. γραμμή, ανοιχτή διακυβέρνηση βλ. διακυβέρνηση, ανοιχτή επιστολή βλ. επιστολή, ανοιχτή θάλασσα βλ. θάλασσα, ανοιχτή πίστωση βλ. πίστωση, ανοιχτή πληγή βλ. πληγή, ανοιχτό βιβλίο βλ. βιβλίο, ανοιχτό μέτωπο βλ. μέτωπο, ανοιχτό χαρτί βλ. χαρτί, ανοιχτοί λογαριασμοί βλ. λογαριασμός, ανοιχτός στίβος βλ. στίβος, εγχείρηση ανοιχτής/ανοικτής καρδιάς βλ. εγχείρηση, ελεύθερο/ανοιχτό λογισμικό βλ. λογισμικό, ερωτήσεις ανοιχτού τύπου/ανοιχτές ερωτήσεις βλ. ερώτηση, λευκή επιταγή βλ. επιταγή, πολιτική ανοιχτών θυρών βλ. θύρα, τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: (στα) ανοιχτά (νερά): στο πέλαγος: κρουαζιέρα ~ ~. Το πλοίο βυθίστηκε ανοιχτά της νήσου ... (= κοντά στο νησί ...) Βγήκαν/ψαρεύουν ~ ~., έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά (μτφ.): εντείνω την προσοχή μου: Έχε τ' αυτιά σου ανοιχτά και άκουσε/πρόσεξε τι θα πουν!, αφήνω την πόρτα ανοιχτή για/σε κάτι βλ. πόρτα, με ανοιχτά χαρτιά βλ. χαρτί, με ανοιχτές αγκάλες βλ. αγκάλη, με ανοιχτό το στόμα/με το στόμα ανοιχτό βλ. στόμα, ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα βλ. δρόμος, παραβιάζω ανοιχτές θύρες/πόρτες βλ. παραβιάζω, το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης βλ. παλάμη [< μτγν. ἀνοικτός, μεσν. ανοιχτός, γαλλ. ouvert, αγγλ. open, γερμ. offen]

αντισταθμιστικός

αντισταθμιστικός, ή, ό [ἀντισταθμιστικός] α-ντι-σταθ-μι-στι-κός επίθ.: που αντισταθμίζει, αναπληρώνει τις απώλειες, εξουδετερώνει τις επιπτώσεις: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: πολιτική. ~ά: μέτρα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αποζημίωση/εισφορά/πληρωμή. ~ό: ταμείο/τέλος. ~οί: δασμοί (πβ. αντιντάμπιγκ).|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: ορμόνες (πβ. αντιρροπιστικός). Πβ. εξισορροπητικός, εξισωτικός. ● επίρρ.: αντισταθμιστικά: ● ΣΥΜΠΛ.: αντισταθμιστικά/ανταποδοτικά οφέλη & αντισταθμιστικά ωφελήματα: παροχές, κυρ. οικονομικές ή κοινωνικές, που δίνονται ως ανταπόδοση ή αποζημίωση για υπηρεσία ή απώλεια: εμπορικά ~ ~. Η ανάπτυξη αιολικών πάρκων συνοδεύεται από ~ ~ για την τοπική κοινωνία (π.χ. βελτίωση οδικού δικτύου). , αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση: εκπαιδευτικά προγράμματα για την αναπλήρωση εμπειριών ή γενικότ. την αντιμετώπιση δυσκολιών και ελλείψεων που έχουν οι μαθητές ή ειδικές κατηγορίες μαθητών (αλλοδαποί, παλιννοστούντες, παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες). Βλ. ενισχυτική διδασκαλία, ολοήμερο σχολείο, Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη. [< αγγλ. compensatory education, 1965] [< γαλλ. compensatoire]

βασικός

βασικός, ή, ό βα-σι-κός επίθ. 1. που αποτελεί τη βάση ή την προϋπόθεση για κάτι, κύριος, ουσιαστικός: ~ός: εξοπλισμός/λόγος/μάρτυρας (κατηγορίας, υπεράσπισης)/μισθός (: χωρίς προσαυξήσεις, επιδόματα ή ο ελάχιστος)/παράγοντας/στόχος/συντελεστής/ύποπτος/χορηγός. ~ή: αιτία/γραμματική/έρευνα/ιδέα/νομοθεσία/(ΜΟΥΣ.) νότα/ορολογία/τροφή. ~ό: βιβλίο/δικαίωμα/ερώτημα/καθήκον/(ΠΛΗΡΟΦ.) μενού/πρόβλημα/υλικό. ~ές: αρετές/αρχές (υγιεινής)/γνώσεις (πβ. προπαιδεία)/γραμμές/έννοιες (= εισαγωγικές)/επιδιώξεις/λειτουργίες/πληροφορίες. ~ά: προϊόντα/σημεία (εγγράφου, πρότασης)/στοιχεία. Είναι ~ό να ... Πβ. καίριος, κεντρικός, πρωταρχικός, πρωτεύων, σημαντικός, σπουδαίος.|| (ΑΘΛ.) Αγωνίζομαι/παίζω ~ (: ανήκω στην κύρια ομάδα, συμμετέχω στα περισσότερα παιχνίδια). Βλ. αναπληρωματικός.|| (ΑΝΑΤ.) ~ή: αρτηρία.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ός: τόνος (: που μπαίνει στην ονομαστική ενικού για τα ουσιαστικά και τα αρσενικά επίθετα και στο α' ενικό της οριστικής ενεστώτα για τα ρήματα). ΣΥΝ. θεμελιακός (1), θεμελιώδης, στοιχειώδης (1) 2. ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη βάση ή τις ιδιότητές της: ~ή: αντίδραση. ~ό: διάλυμα (πβ. αλκαλικό)/οξείδιο. ~ά: άλατα. Βλ. μονο~. ● Ουσ.: βασικά (τα): τα στοιχειώδη, τα απαραίτητα: Δεν ξέρει ούτε τα ~ για τη δουλειά! ● επίρρ.: βασικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] 1. κατά βάση, κατά κύριο λόγο: Η πτώχευση της εταιρείας οφείλεται ~ στα χρέη. ΣΥΝ. κυρίως 2. (καταχρ.) στην αρχή του λόγου, όταν ο ομιλητής πρόκειται να εκφέρει κάποια γνώμη: ~, δεν συμφωνώ καθόλου με το σχέδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: βασική εκπαίδευση 1. η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση στο ελληνικό σχολείο (Δημοτικό και Γυμνάσιο). 2. ΣΤΡΑΤ. το πρώτο χρονικό διάστημα της θητείας στο στρατό, κατά το οποίο οι νεοσύλλεκτοι αποκτούν γενικές γνώσεις και δεξιότητες., βασικά/αγενή μέταλλα βλ. μέταλλο, βασικά/κύρια χρώματα βλ. χρώμα, βασικός μεταβολισμός βλ. μεταβολισμός, βασικός μέτοχος βλ. μέτοχος [< 1: γαλλ. principal, basal, αγγλ. basic 2: γαλλ. basique]

διαπολιτισμικός

διαπολιτισμικός, ή, ό δι-α-πο-λι-τι-σμι-κός επίθ.: που αφορά τις σχέσεις μεταξύ πολιτισμών: ~ός: διάλογος. ~ή: αγωγή/επικοινωνία/έρευνα/κατανόηση/συνεργασία/ψυχολογία. ~ό: κέντρο/περιβάλλον/σχολείο/φεστιβάλ. Βλ. μονο-, πολυ-πολιτισμικός. ΣΥΝ. διαπολιτιστικός ● ΣΥΜΠΛ.: διαπολιτισμική εκπαίδευση: ΠΑΙΔΑΓ. εκπαιδευτική προσέγγιση που στοχεύει στην αντιμετώπιση των μορφωτικών αναγκών σε σχολεία όπου συνυπάρχουν μαθητές με διαφορετική εθνική, πολιτισμική προέλευση: αρχές/πρόγραμμα ~ής ~ης. Η ~ ~ αποσκοπεί στην εξάλειψη των διακρίσεων. Βλ. αντισταθμιστική εκπαίδευση. [< αγγλ. intercultural, 1937, cross-cultural, περ. 1942, transcultural, 1951, γαλλ. transculturel, περ. 1950], intercultural, περ. 1970-1980]

εκπαιδευτικός

εκπαιδευτικός, ή, ό [ἐκπαιδευτικός] εκ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εκπαίδευση: ~ός: θεσμός/όμιλος/οργανισμός/φορέας. ~ή: διαδικασία/εκδρομή/επίσκεψη (= σχολική)/μεταρρύθμιση/νομοθεσία/τηλεόραση. ~ό: έργο/παιχνίδι/ταξίδι. ~ές: βαθμίδες (: πρωτο-, δευτερο-, τριτο-βάθμια εκπαίδευση)/δραστηριότητες/πρακτικές. ~ά: μέσα (βλ. εποπτικός)/προγράμματα. Πβ. μορφωτ-, παιδαγωγ-ικός. Βλ. ΑΕΙ, ΤΕΙ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: πύλη/τεχνολογία. ~ό: λογισμικό. ~ά: εργαλεία.|| ~ός: λειτουργός (: δάσκαλος, καθηγητής)/σύμβουλος. ~ή: κοινότητα/μονάδα/περιφέρεια.|| ~ή: πτήση (αεροσκάφους). ~ό: επίδομα. ~ά: σεμινάρια (= επιμορφωτικά). ~ό: προσωπικό (= εκπαιδευτές). Βλ. αντι~, παν~, φιλ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπαιδευτικό σύστημα & σύστημα εκπαίδευσης: η επίσημη εκπαίδευση που παρέχει ένα κράτος, η οργάνωση και οι κανονισμοί λειτουργίας της., εκπαιδευτική άδεια βλ. άδεια, εκπαιδευτική γλωσσολογία βλ. γλωσσολογία, εκπαιδευτική/παιδαγωγική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, διδακτικό/εκπαιδευτικό σενάριο βλ. σενάριο

νεοσύλλεκτος

νεοσύλλεκτοςνε-ο-σύλ-λε-κτος ουσ. (αρσ.) {-ου (σπάν. λόγ.) -έκτου | -ων (συνήθ. λόγ.) -έκτων, -ους (σπάν. λόγ.) -έκτους· σπάν. θηλ. νεοσύλλεκτη}: ΣΤΡΑΤ. που μόλις κατατάχθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις: ~ της ΠΑ/του ΠΝ. Ορκίστηκαν οι ~οι. Πβ. γκάβακας, νέοπας, νέος, ποντίκι, στραβάδι, ψάρι.|| (ως επίθ.) ~οι: οπλίτες/στρατιώτες/φαντάροι.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~οι της Αστυνομίας.|| (μτφ.) ~οι της δημοσιογραφίας/στο φόρουμ. Πβ. νεόκοπος. ● ΣΥΜΠΛ.: Κέντρο (Εκπαίδευσης) Νεοσυλλέκτων (ακρ. ΚΕΝ): ΣΤΡΑΤ. στρατόπεδο όπου παρουσιάζονται και κάνουν τη βασική εκπαίδευση οι νεοσύλλεκτοι. Βλ. Κ.Ε.ΔΒ., Κ.Ε.ΜΧ., Κ.Ε.ΠΒ., Κ.Ε.ΤΘ., ΚΕΕΔ, ΚΕΕΜ, ΚΕΥΠ. [< μτγν. νεοσύλλεκτος, γαλλ. nouvelle recrue]

περιβαλλοντικός

περιβαλλοντικός

, ή, ό πε-ρι-βαλ-λο-ντι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με το περιβάλλον: ~ός: έλεγχος/θόρυβος/πλούτος/σχεδιασμός. ~ή: ασφάλεια/ευαισθητοποίηση/ηθική/καινοτομία/καταστροφή/κρίση/πολιτική/συνείδηση/τεχνολογία/υγεία/υποβάθμιση. ~ό: δίκαιο/κέντρο/κόστος/πάρκο/πρόβλημα/σήμα. ~οί: όροι. ~ές: δράσεις/έννοιες/επιπτώσεις/επιστήμες/συνθήκες. ~ά: έργα/οφέλη/χημικά. Πβ. οικολογικός, περιβαλλοντολογικός. Βλ. φιλο~. ● ΣΥΜΠΛ.: περιβαλλοντικές οργανώσεις & οικολογικές οργανώσεις: μη κερδοσκοπικοί φορείς που έχουν ως στόχο την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος., περιβαλλοντική εκπαίδευση: ΠΑΙΔΑΓ. τµήµα των αναλυτικών προγραµµάτων της πρωτοβάθµιας και δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης που έχει ως στόχο να συνειδητοποιήσουν οι µαθητές τη σχέση του ανθρώπου µε το φυσικό και το κοινωνικό του περιβάλλον, να ευαισθητοποιηθούν σχετικά με τα προβλήµατά του και να δραστηριοποιηθούν για την αντιµετώπισή τους., περιβαλλοντική ιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος της Ιατρικής που ασχολείται με την επίδραση του μολυσμένου περιβάλλοντος, ιδ. των συνθετικών χημικών, στον ανθρώπινο οργανισμό, κατά κύριο λόγο στο ανοσοποιητικό σύστημα. [< γερμ. Umweltmedizin, αγγλ. environmental medicine], περιβαλλοντική υγιεινή: ΙΑΤΡ. κλάδος της περιβαλλοντικής ιατρικής ο οποίος ασχολείται με τα μέτρα τα οποία πρέπει να ληφθούν για την αποφυγή μόλυνσης του αέρα, του νερού, του εδάφους, των φυτών, των ζώων και των τροφίμων που προκαλούν τα χημικά και τα καυσαέρια. [< γερμ. Umwelthygiene, αγγλ. environmental hygiene], διαχείριση του περιβάλλοντος βλ. διαχείριση, κλιματικοί/περιβαλλοντικοί πρόσφυγες βλ. πρόσφυγας, οικολογικός/περιβαλλοντικός/πράσινος φόρος βλ. φόρος, περιβαλλοντική αγωγή βλ. αγωγή, περιβαλλοντική αρχαιολογία βλ. αρχαιολογία, περιβαλλοντική γεωλογία βλ. γεωλογία, περιβαλλοντική μηχανική βλ. μηχανική, περιβαλλοντική οικονομία βλ. οικονομία, περιβαλλοντικό/οικολογικό αποτύπωμα βλ. αποτύπωμα, περιβαλλοντικό/οικολογικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1 [< αγγλ. environmental, γαλλ. environnemental, 1972]

σχολείο

σχολείο[σχολεῖο] σχο-λεί-ο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) σχολειό 1. ίδρυμα στο οποίο παρέχεται πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ή επαγγελματική κατάρτιση) και γενικότ. παιδεία· συνεκδ. το σύνολο των μαθητών και εκπαιδευτικών του, το πρόγραμμά του ή/και το κτίριο όπου στεγάζεται: δημόσιο/διαπολιτισμικό/διθέσιο/ειδικό (: για παιδιά με ειδικές ανάγκες)/έξυπνο (βλ. έξυπνος)/επαγγελματικό/εσπερινό/θερινό/ιδιωτικό/κατηχητικό/μικτό/μονοθέσιο/μονοτάξιο/μουσικό/νυχτερινό/ολοήμερο/πρότυπο/συμπεριληπτικό/τεχνικό ~. ~ στοιχειώδους/μέσης εκπαίδευσης.|| (παλαιότ.) Αλληλοδιδακτικό/ελληνικό (= σχολαρχείο)/κλασικό ~. ~ θηλέων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εικονικό/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~.|| Δάσκαλος/διευθυντής/εκδηλώσεις/καθηγητής/λειτουργία ~ου. Έβγαλε/τελείωσε το ~ (: αποφοίτησε) με άριστα. Γράφομαι/πηγαίνω/φοιτώ στο ~.|| Το ~ πήγε εκδρομή.|| Καινούργιο/σύγχρονο ~. Αίθουσες/βιβλιοθήκη/κυλικείο/προαύλιο ~ου. Πβ. εκπαιδευτήριο. Βλ. νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο. 2. (μτφ.) χώρος απόκτησης γνώσεων, εμπειριών: το ~ της ζωής. Η θητεία μου κοντά του στάθηκε/υπήρξε μεγάλο/πραγματικό ~. ΣΥΝ. πανεπιστήμιο (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κρυφό σχολειό: ΙΣΤ. (στην Τουρκοκρατία) θεσμός που σύμφωνα με την παράδοση λειτούργησε μυστικά και αφορούσε την παροχή παιδείας στα ελληνόπουλα από ιερείς και μοναχούς., σχολείο δεύτερης ευκαιρίας (ακρ. ΣΔΕ): στο οποίο εγγράφονται απόφοιτοι Δημοτικού ηλικίας 18 ετών και άνω, για να αποκτήσουν απολυτήριο Γυμνασίου· η φοίτηση διαρκεί δύο σχολικά έτη και το πρόγραμμα σπουδών διαφοροποιείται σημαντικά από τα αντίστοιχα της τυπικής εκπαίδευσης, κυρ. ως προς τις αρχές, το περιεχόμενο, τη διδακτική μεθοδολογία και την αξιολόγηση των εκπαιδευομένων: Με τα ~α ~ επιχειρείται ο περιορισμός του κοινωνικού αποκλεισμού. [< αγγλ. second chance school, γαλλ. école de la deuxième chance] , (ενδο)σχολική βία/βία στο σχολείο (/στα σχολεία) βλ. βία, Πειραματικό Σχολείο βλ. πειραματικός [< μτγν. σχολεῖον, γαλλ. école, γερμ. Schule]

τεχνικός

τεχνικός, ή, ό τε-χνι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τα μηχανικά ή μηχανολογικά μέρη ενός συστήματος, τον σχεδιασμό, την κατασκευή ή την τεχνολογία και τους συναφείς κλάδους: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ή: βλάβη/εξυπηρέτηση/κάλυψη/περιγραφή. Για ~ούς λόγους.|| ~ός: κανονισμός. ~ή: ασφάλεια/επιτροπή/στήριξη (προγράμματος). ~ό: εγχειρίδιο/λάθος/πλαίσιο (αναφοράς)/πρότυπο. ~ές: απαιτήσεις/εργασίες/λεπτομέρειες/οδηγίες/πληροφορίες/προδιαγραφές/συμβουλές. ~ά: ζητήματα/θέματα/μέσα/χαρακτηριστικά. ~ό προφίλ αυτοκινήτου. Ειδικό ~ό προσωπικό (βλ. εργατο~). Βλ. πυρο~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ό: Σώμα (: υπεύθυνο για τη συντήρηση του ~ού υλικού).|| Προβλήματα ~ής (= λειτουργικής) φύσης. Υπάρχουν κάποιες ~ές (= πρακτικές) δυσκολίες.|| (για κατασκευαστικά έργα και τη συντήρησή τους) ~ή: νομοθεσία/υπηρεσία. ~ό: γραφείο/τμήμα. ~ές: εγκαταστάσεις. Εταιρεία ~ών μελετών. Τομέας ~ών (= δομικών) έργων.|| ~ή: υποδομή (βλ. υλικο~). ~ά: επιτεύγματα. Η προσφορά του ~ού πολιτισμού στον άνθρωπο. ~ή πρόοδος και επιστήμη. Πβ. τεχνολογικός. Βλ. ψυχο~.|| ~ή: κατάρτιση/ορολογία/παιδεία/σχολή. ~ό: μουσείο/πανεπιστήμιο. ~ές: ειδικότητες/επιστήμες. ~ά: επαγγέλματα. Λεξικό ~ών όρων. 2. που γίνεται με δεξιοτεχνία, επιδέξιος: ~ός: ελιγμός/χειρισμός (= έντεχνος· ΑΝΤ. αδέξιος). ~ή: ικανότητα (= αριστοτεχνική).|| (ΑΘΛ.) ~ή: εκτέλεση πέναλτι/κατάβαση (πβ. σλάλομ). ~ό: χτύπημα της μπάλας. 3. ΑΘΛ. που έχει σχέση με την προπόνηση ή τον προπονητή ομάδας: ~ός: διευθυντής/σύμβουλος. ~ό: επιτελείο (πβ. σταφ). || (στο ποδόσφαιρο) ~ή: περιοχή (: οριοθετημένη περιοχή στην οποία κάθονται η ~ή ομάδα και οι αναπληρωματικοί· πβ. πάγκος). ● Ουσ.: τεχνικός (ο/η): τεχνολογικά ή τεχνικά εξειδικευμένος επαγγελματίας· τεχνίτης: ~ αερομεταφορών/ασφαλείας/εφαρμογών πληροφορικής/υπολογιστών (πβ. ειδικός). Άδεια εξουσιοδοτημένου ~ού.|| ~ της ΔΕΗ/του ΟΤΕ. Βλ. μάστορας. [< γαλλ. technicien, αγγλ. technician] ● επίρρ.: τεχνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: από τεχνικής άποψης: ~ εφικτό εγχείρημα. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνική εκπαίδευση: που προετοιμάζει τους σπουδαστές για επαγγέλματα τα οποία σχετίζονται με τις εφαρμοσμένες επιστήμες και την τεχνολογία., τεχνική ποινή: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) τιμωρία για ανάρμοστη συμπεριφορά παίκτη ή προπονητή: Του επιβλήθηκε/πήρε/τιμωρήθηκε με/χρεώθηκε με ~ ~ για διαμαρτυρία. Δέχτηκε δεύτερη ~ ~ και αποβλήθηκε. Ο διαιτητής έδωσε ~ ~ στον πάγκο. Βλ. ντισκαλιφιέ, φάουλ., τεχνική υποστήριξη/βοήθεια 1. ΠΛΗΡΟΦ. παροχή υπηρεσιών εγκατάστασης και επίλυσης τεχνικών προβλημάτων λογισμικού ή υλισμικού από εταιρεία πληροφοριακών συστημάτων: άμεση/τηλεφωνική ~ ~ όλο το εικοσιτετράωρο. ~ ~ δικτύων. ~ ~ στο σπίτι/στον χώρο σας. Γραμμή ~ής υποστήριξης. 2. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συντονισμένες ενέργειες που στοχεύουν στην ανάπτυξη κυρ. κρατών με την παροχή τεχνογνωσίας, εκπαίδευσης και υποδομής: ~ ~ από το ΔΝΤ. Βλ. μεταφορά τεχνολογίας. 3. (γενικότ.) υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής σε οχήματα ή συσκευές, μηχανήματα από εξειδικευμένους τεχνικούς: δίκτυο/μονάδες ~ής υποστήριξης της αντιπροσωπείας. Βλ. οδική βοήθεια, σέρβις.|| Οικιακή ~ βοήθεια. [< αγγλ. technical support (1989)/assistance] , ομοσπονδιακός προπονητής/τεχνικός βλ. ομοσπονδιακός, τεχνική ανεργία βλ. ανεργία, τεχνική γεωλογία βλ. γεωλογία, τεχνική ηγεσία βλ. ηγεσία, τεχνική κατάδυση βλ. κατάδυση, τεχνικό δελτίο (έργου) βλ. δελτίο, τεχνικό παιχνίδι βλ. παιχνίδι [< αρχ. τεχνικός, γαλλ. technique, αγγλ. technical, γερμ. technisch]

τηλεκπαίδευση

τηλεκπαίδευσητη-λεκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τηλεεκπαίδευση: ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. εκπαίδευση από απόσταση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων: ~ μέσω διαδικτύου/τηλεδιάσκεψης. Αίθουσα (πβ. τηλετάξη)/πλατφόρμα/πρόγραμμα/τμήμα/υπηρεσίες ~ης. Πβ. ηλεκτρονική εκπαίδευση, τηλε-διδασκαλία, -μάθηση, τηλεπιμόρφωση. ● ΣΥΜΠΛ.: ασύγχρονη τηλεκπαίδευση & ασύγχρονη εκπαίδευση: χωρίς ταυτόχρονη παρουσία εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενων στον ίδιο χώρο την ίδια χρονική στιγμή: ομάδα/πλατφόρμα ~ης ~ης., σύγχρονη τηλεκπαίδευση: με ταυτόχρονη συμμετοχή εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτή και επικοινωνία συνήθ. μέσω διαδικτύου: (εικονική) αίθουσα/συνεδρίες ~ης ~ης. [< αγγλ. teleteaching, 1953, γαλλ. téléenseignement, περ. 1960]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.