Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εκπαιδευτής, εκπαιδεύτρια [ἐκπαιδευτής] εκ-παι-δευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που εκπαιδεύει άλλους: πιστοποιημένος ~. ~ ηλεκτρονικής μάθησης/καταδύσεων/πτήσεων/σκύλων (πβ. εκγυμναστής)/υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων. ~τρια ειδικής αγωγής/ναυαγοσωστικής. Βλ. εκπαιδευόμενος. ΣΥΝ. δάσκαλος, δασκάλα (2)

εκπαιδευόμενος

εκπαιδευόμενος, η, ο [ἐκπαιδευόμενος] εκ-παι-δευ-ό-με-νος επίθ. {-ου (λόγ.) -ένου, οι λόγ. τ. κυρ. ως ουσ.}: που βρίσκεται στο στάδιο της εκπαίδευσης: ~ος: ιατρός (πβ. ειδικευόμενος)/πιλότος. ~οι: φοιτητές (βλ. πρακτική άσκηση).|| (ως ουσ.) Συμμετοχή των ~ένων στη διαδικασία της μάθησης. Πβ. μαθητευόμενος. Βλ. εκπαιδευτής. ● βλ. εκπαιδεύω [< μτγν. ἐκπαιδευόμενος, αγγλ. trainee]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.