Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • εκπαιδευτικός , ή, ό [ἐκπαιδευτικός] εκ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εκπαίδευση: ~ός: θεσμός/όμιλος/οργανισμός/φορέας. ~ή: διαδικασία/εκδρομή/επίσκεψη (= σχολική)/μεταρρύθμιση/νομοθεσία/τηλεόραση. ~ό: έργο/παιχνίδι/ταξίδι. ~ές: βαθμίδες (: πρωτο-, δευτερο-, τριτο-βάθμια εκπαίδευση)/δραστηριότητες/πρακτικές. ~ά: μέσα (βλ. εποπτικός)/προγράμματα. Πβ. μορφωτ-, παιδαγωγ-ικός. Βλ. ΑΕΙ, ΤΕΙ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: πύλη/τεχνολογία. ~ό: λογισμικό. ~ά: εργαλεία.|| ~ός: λειτουργός (: δάσκαλος, καθηγητής)/σύμβουλος. ~ή: κοινότητα/μονάδα/περιφέρεια.|| ~ή: πτήση (αεροσκάφους). ~ό: επίδομα. ~ά: σεμινάρια (= επιμορφωτικά). ~ό: προσωπικό (= εκπαιδευτές). Βλ. αντι~, παν~, φιλ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπαιδευτικό σύστημα & σύστημα εκπαίδευσης: η επίσημη εκπαίδευση που παρέχει ένα κράτος, η οργάνωση και οι κανονισμοί λειτουργίας της., εκπαιδευτική άδεια βλ. άδεια, εκπαιδευτική γλωσσολογία βλ. γλωσσολογία, εκπαιδευτική/παιδαγωγική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, διδακτικό/εκπαιδευτικό σενάριο βλ. σενάριο
  • εκπαιδευτικός [ἐκπαιδευτικός] εκ-παι-δευ-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πτυχιούχος συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου που διδάσκει στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση (δηλ. νηπιαγωγός, δάσκαλος, καθηγητής): αδιόριστοι/αναπληρωτές/δημόσιοι/ιδιωτικοί/μόνιμοι/ωρομίσθιοι ~οι. ~οί φυσικής αγωγής (= γυμναστές). Αποτελεσματικός/επιτυχημένος ~. ~οί, μαθητές και γονείς. Αξιολόγηση/αποσπάσεις/επιμόρφωση/μεταθέσεις ~ών. Πβ. παιδαγωγός. Βλ. λειτουργός, φροντιστής. [< γαλλ. educateur]

άδεια

άδεια[ἄδεια] ά-δει-α ουσ. (θηλ.) {άδειας (λόγ.) -είας | -ειών} 1. δικαίωμα που παραχωρείται σε κάποιον για δράση, συγκατάθεση· ειδικότ. πράξη χορήγησης αυτού του δικαιώματος από αρμόδια Αρχή και συνεκδ. το επίσημο έγγραφο που το πιστοποιεί: Έχω/ζητώ/παίρνω/χρειάζομαι ~ από .../για να ... Αρνήθηκαν να του δώσουν/παραχωρήσουν ~ προκειμένου να ... Παρακολούθηση πολιτών χωρίς ~ (= παράνομα).|| Έγγραφη/ειδική/μόνιμη/προσωρινή/τεχνική/τηλεοπτική/υποχρεωτική ~. ~ αορίστου χρόνου/(εξ)ασκήσεως επαγγέλματος (ΣΥΝ. επαγγελματική)/γάμου/εισόδου/εργασίας/καταλληλότητας/κατοχής (λ.χ. αρχαίων αντικειμένων)/κυνηγιού (= κυνηγετική)/μικροπωλητή/οικοδομής (= οικοδομική)/οπλοφορίας/προσγείωσης (αεροσκάφους)/ταξί/χρήσης (π.χ. πεζοδρομίου). Αίτηση/ακύρωση/ανανέωση/απόκτηση/έγκριση/έκδοση/εκχώρηση/θεώρηση/κάτοχος/μεταβίβαση/παραχώρηση/χορήγηση (της) ~ας. Ανανεώνω/αποκτώ/αφαιρώ/βγάζω/εκδίδω/εξασφαλίζω/παραχωρώ ~. Ανακαλείται/έληξε/παρατείνεται η ~ παραμονής. Η ~ ισχύει για δύο μήνες. Λειτουργεί χωρίς ~. Άνευ/κατόπιν ~είας. Βλ. απαγόρευση.|| Ελέγχω την ~ κυκλοφορίας και οδήγησης (πβ. δίπλωμα). 2. το νόμιμο δικαίωμα απουσίας από την εργασία, την υπηρεσία και συνεκδ. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: ειδική/ετήσια/καλοκαιρινή/κανονική/προβλεπόμενη/προσωπική/προφορική ~. ~ με/χωρίς αποδοχές κ. (λόγ.) ~ άνευ/μετ' αποδοχών. ~ ανατροφής/διαρκείας/εξετάσεων/θηλασμού/κύησης/για μετεκπαίδευση/μητρότητας (: τοκετού και λοχείας)/για οικογενειακούς λόγους/ενός έτους/Χριστουγέννων. Επίδομα ~είας. Απουσιάζει με ~. Βρίσκεται/είναι/λείπει/τελεί σε ~ (= είναι αδειούχος). Ετοιμάζεται να φύγει για ~. Εξαντλώ την ~ά μου. Πήρε ~ μια εβδομάδα (βλ. διακοπές).|| (ΣΤΡΑΤ.) Αγροτική/κανονική/σαρανταοκτάωρη/τιμητική/φοιτητική ~. ~ διανυκτέρευσης/εξόδου.|| Τελείωσε η ~ά μου. ● Υποκ.: αδειούλα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπαιδευτική άδεια & άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης: που χορηγείται για εκπαιδευτικούς λόγους: ~ ~ για διδακτορικό/έρευνα/μεταπτυχιακές σπουδές. ~ές ~ες σε δασκάλους/καθηγητές/πανεπιστημιακούς., ποιητική αδεία & ποιητική άδεια {επιρρ. χρήση}: ελευθερία έκφρασης βασιζόμενη στο δικαίωμα του ποιητή να παραβιάζει γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, κυρ. χάριν του μέτρου ή της ομοιοκαταληξίας· συχνότ. κατ' επέκτ. για οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη γλωσσική νόρμα ή την πραγματικότητα: Τα ζώα στο έργο μιλούν ~ ~. [< γαλλ. licence poétique] , άδεια απουσίας βλ. απουσία, αναρρωτική άδεια βλ. αναρρωτικός, γονική άδεια βλ. γονικός, μηχανογραφική άδεια βλ. μηχανογραφικός ● ΦΡ.: έχω άδεια: μου αναγνωρίζεται δικαίωμα αδείας ή βρίσκομαι σε άδεια: Είμαι καινούργιος στη δουλειά και δεν ~ ~.|| Δεν βρίσκεται στο γραφείο, ~ει ~., με την άδειά σας: (ως ευγενική διατύπωση ή συχνά ειρων.) εφόσον μου το επιτρέπετε: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα, ~ ~, να κάνω κάποιες παρατηρήσεις. Πβ. συγκατάθεση, συναίνεση., παίρνω άδεια από τη σημαία βλ. σημαία [< αρχ. ἄδεια, γαλλ. permission, permis, licence]

αεί

αεί[ἀεί] α-εί επίρρ. (αρχαιοπρ.): πάντα, αιώνια, κυρ. στις ● ΦΡ.: ες αεί βλ. εσαεί., γηράσκω αεί διδασκόμενος βλ. γηράσκω, νυν και αεί βλ. νυν, όμοιος ομοίω αεί πελάζει βλ. πελάζει, στο νυν και αεί βλ. νυν [< αρχ. ἀεί]

γλωσσολογία

γλωσσολογίαγλωσ-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΓΛΩΣΣ. επιστήμη που μελετά την ανθρώπινη γλώσσα, κυρ. ως προς τη δομή και τις λειτουργίες της, και ειδικότ. τις φυσικές γλώσσες· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα και το σχετικό βιβλίο: ανθρωπολογική/γνωσιακή/διαχρονική (: εξετάζει τη γλωσσική μεταβολή)/δικαστική (ή δικανική)/δομι(στι)κή (= δομισμός)/κριτική/μαθηματική/περιγραφική/συγχρονική (: μελετά τη δομή μιας γλώσσας σε δεδομένη χρονική περίοδο)/τυπολογική (: προσδιορισμός των κοινών χαρακτηριστικών διαφόρων γλωσσών ή γλωσσικών οικογενειών) ~. Βλ. βιο~, γραμματική, εθνο~, κειμενο~, κοινωνιο~, νευρο~, ψυχο~, διαλεκτο-, ετυμο-, λεξικο-, μορφο-, ονοματο-, σημασιο-, φωνο-λογία.|| Eργαστήριο/τομέας ~ας (: σε πανεπιστήμια). ● ΣΥΜΠΛ.: γενική/θεωρητική γλωσσολογία: κλάδος που έχει ως αντικείμενο θεωρητικά ζητήματα για τη δομή και τις λειτουργίες της γλώσσας καθώς και τη διατύπωση γενικών αρχών για τη μελέτη όλων των γλωσσών., εκπαιδευτική γλωσσολογία: διεπιστημονικός κλάδος που μελετά την εφαρμογή των ερευνητικών εργαλείων της γλωσσολογίας και άλλων κλάδων των κοινωνικών επιστημών σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα., εφαρμοσμένη γλωσσολογία: εφαρμογή μεθόδων και πορισμάτων της θεωρητικής γλωσσολογίας στην επίλυση πρακτικών προβλημάτων σε διάφορους τομείς, όπως στον τομέα της διδασκαλίας της γλώσσας στην εκπαίδευση. [< αγγλ. applied linguistics], λειτουργική γλωσσολογία: θεωρία που συλλαμβάνει την έννοια της γλώσσας ως όργανο κοινωνικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων και εξετάζει τις επικοινωνιακές λειτουργίες που επιτελούν τα διάφορα γλωσσικά στοιχεία. Βλ. λειτουργισμός. [< γαλλ. linguistique fonctionnelle], υπολογιστική γλωσσολογία: διεπιστημονικός κλάδος που επιχειρεί την ανάλυση της ανθρώπινης γλώσσας (επισημείωση κειμένων, δημιουργία σωμάτων κειμένων, αυτόματη μετάφραση) με τη χρήση υπολογιστών. Βλ. γλωσσική τεχνολογία. [< αγγλ. computational linguistics, 1961], ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία βλ. ιστορικοσυγκριτικός [< πβ. μτγν. γλωσσολογία ‘φλυαρία’, γαλλ. linguistique, αγγλ. linguistics]

λειτουργός

λειτουργόςλει-τουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. δημόσιος υπάλληλος του οποίου το επάγγελμα έχει σημαντικό κοινωνικό ρόλο: δικαστικός/εκπαιδευτικός/κρατικός ~. (στην Κύπρο:) Ανώτερος ~ εργασιακών σχέσεων/προγραμματισμού. Πρώτος ~ εκπαίδευσης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας: ~ των Θείων Μυστηρίων/του Υψίστου. Πβ. ιερωμένος, κληρικός. Βλ. συλ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός λειτουργός {συνηθέστ. στο θηλ. κοινωνική λειτουργός}: πρόσωπο του οποίου κύριο έργο αποτελεί η πρόληψη, αντιμετώπιση και θεραπεία κοινωνικών, οικονομικών και συναισθηματικών προβλημάτων ατόμων ή κοινωνικών ομάδων και γενικότ. η διατήρηση ή αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ αυτών και του περιβάλλοντός τους: ~ ~ σε ίδρυμα/σχολείο/φυλακές. [< γαλλ. assistante sociale] , θρησκευτικός λειτουργός βλ. θρησκευτικός, οι λειτουργοί/υπηρέτες της Θέμιδος/Θέμιδας βλ. Θέμιδα [< 1: αρχ. λειτουργός, γαλλ. fonctionnaire 2: μτγν. λειτουργός]

σενάριο

σενάριο

σε-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. γραπτό κείμενο που περιέχει την πλοκή και τους διαλόγους ταινίας ή τηλεοπτικής σειράς, καθώς και σκηνοθετικές οδηγίες: ανατρεπτικό/θεατρικό/ραδιοφωνικό/υποτυπώδες ~. Το ~ της παράστασης. Βραβείο/διαγωνισμός/συγγραφή ~ίου. ~ για κόμικς. Όσκαρ διασκευασμένου/πρωτότυπου ~ίου. ΣΥΝ. σκριπτ (2) 2. (μτφ.) υπόθεση, εκτίμηση που αφορά ενδεχόμενη εξέλιξη· πιθανή εικασία: ακραίο/απίθανο/εναλλακτικό/ευνοϊκό/ευφάνταστο/εφιαλτικό/ιδανικό/καταστροφικό/φιλόδοξο ~. Πολιτικό ~ (πβ. αφήγημα). Μελλοντικά ~α. (Απ)αισιόδοξο ~ (πβ. εκδοχή). Εξετάζονται/ερευνούνται όλα τα πιθανά ~α. Κάτι ακούγεται/θεωρείται/φαντάζει (σαν) ~ επιστημονικής φαντασίας. Δήλωση που πυροδότησε ~α για κλείσιμο της εταιρείας. Φουντώνουν τα ~α ανασχηματισμού/για πρόωρες εκλογές. Σύμφωνα με τα ~α που κυκλοφορούν ...|| Πλάθουν ~α για τα τεκταινόμενα. Διέψευσε τα ~α. Βλ. τρομο~. Πβ. πιθανολογία. ● Υποκ.: σεναριάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: διδακτικό/εκπαιδευτικό σενάριο: ΠΑΙΔΑΓ. περιγραφή μαθησιακού πλαισίου με καθορισμένο γνωστικό αντικείμενο, συγκεκριμένους εκπαιδευτικούς στόχους, παιδαγωγικές αρχές και σχολικές πρακτικές: ~ ~ με χρήση λογισμικού/τεχνολογικών εργαλείων. Σχεδίαση/υλοποίηση ~ού ~ίου. Αξιολόγηση ~ών ~ίων. [< ιταλ. scenario, γαλλ. scénario, 1911. Βλ. αρχ. σκηνή.]

ψυχολογία

ψυχολογίαψυ-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. επιστήμη που μελετά τη συμπεριφορά και τις ψυχικές λειτουργίες του ανθρώπου· συνεκδ. η αντίστοιχη επιστημονική μελέτη ή το σχετικό πανεπιστημιακό μάθημα ή σύγγραμμα: αναλυτική/αναπτυξιακή/ανθρωπιστική/βιολογική (= βιο~)/γενική/διαπολιτισμική/δικαστική (ή εγκληματολογική)/επαγγελματική/εσωτερική (βλ. παρα~)/εφαρμοσμένη/θετική/ιατρική/οικονομική/ομαδική/πειραματική (βλ. ψυχομετρία)/ποιμαντική/πολιτική/συγκριτική/συνειρμική/σχολική/τουριστική/υπαρξιακή/φαινομενολογική/φιλοσοφική/φροϋδική/φυσιολογική (= ψυχοφυσιολογία) ~. ~ του αθλητισμού (ή αθλητική ~)/της αντίληψης/των ατομικών διαφορών (ή διαφορική ~)/της διαφήμισης/του εαυτού/του Εγώ/του εφήβου (ή εφηβική ~)/των κινήτρων/των λαών (βλ. εθνο~)/της μάθησης/του παιδιού (ή παιδική ~· ΣΥΝ. παιδο~)/της προσωπικότητας/της συμπεριφοράς (= συμπεριφορισμός)/της Τέχνης/της τρίτης ηλικίας/της υγείας/των χρωμάτων. ~ της απασχόλησης/εκπαίδευσης/εργασίας/θρησκείας/οικογένειας. ~ των πελατών/του προσωπικού. Η ~ του πολέμου. || (κατ' επέκτ.) ~ των ζώων. Βλ. μετα~, μορφο~, νευρο~, -λογία. 2. (κατ' επέκτ.) ψυχισμός, ψυχοσύνθεση· ψυχολογική κατάσταση: η ανδρική/γυναικεία ~. Η ~ του καταναλωτή/των χαρακτήρων (ενός μυθιστορήματος· βλ. χαρακτηρολογία). Βαθύς γνώστης της (ανθρώπινης) ~ας (βλ. συναισθηματική νοημοσύνη). Πβ. ιδιο-συγκρασία, -συστασία.|| Έχει αρνητική/άσχημη/εύθραυστη/κακή ~. Πήγε στις εξετάσεις με ανεβασμένη/πεσμένη ~. (προφ.) Η ~ μου είναι χάλια. Η νίκη άλλαξε/ενίσχυσε/τόνωσε την ~ τους. Η έλλειψη ~ας οδήγησε στην ήττα. ● ΣΥΜΠΛ.: ατομική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. εξετάζει την ανθρώπινη προσωπικότητα ως αδιαίρετο σύνολο, ολότητα., βιομηχανική ψυχολογία & οργανωτική/εργασιακή ψυχολογία & ψυχολογία της εργασίας: ΨΥΧΟΛ. έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή ψυχολογικών θεωριών για την κατάλληλη διαχείριση του εργατικού δυναμικού και την αντιμετώπιση προβλημάτων που παρουσιάζουν οι εργαζόμενοι στον χώρο της εργασίας. [< αγγλ. industrial psychology, περ. 1924] , γενετική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. μελετά την επίδραση των γενετικών παραγόντων στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Βλ. αναπτυξιολογία. [< αγγλ. genetic psychology, 1909] , εκπαιδευτική/παιδαγωγική ψυχολογία: ασχολείται με την εφαρμογή ψυχολογικών μεθόδων και κυρ. επιστημονικών δοκιμασιών, για την αντιμετώπιση εκπαιδευτικών θεμάτων, όπως είναι η αξιολόγηση των μαθητών. ΣΥΝ. Ψυχοπαιδαγωγική [< αγγλ. educational psychology] , μορφολογική ψυχολογία & ψυχολογία της μορφής: ΨΥΧΟΛ. εξετάζει την ανθρώπινη αντίληψη και συμπεριφορά ως οργανωμένο σύνολο, ολιστικά, και όχι ως άθροισμα μεμονωμένων αντιδράσεων σε ερεθίσματα. [< γερμ. Gestaltpsychologie, αγγλ. Gestalt psychology, 1924] , συμβουλευτική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. ασχολείται με την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας του ανθρώπου και την προώθηση της αυτογνωσίας του, ώστε να φτάσει στην αυτοπραγμάτωση. [< αγγλ. counseling psychology] , ψυχολογία του βάθους: ΨΥΧΟΛ. μελετά τον ρόλο του υποσυνείδητου στην ψυχική ζωή. Πβ. ψυχανάλυση. [< γερμ. Tiefenpsychologie, αγγλ. depth psychology, 1924] , γνωστική ψυχολογία βλ. γνωστικός1, εξελικτική ψυχολογία βλ. εξελικτικός, κλινική ψυχολογία βλ. κλινικός, κοινωνική ψυχολογία βλ. κοινωνικός, ομαδική ψυχολογία βλ. ομαδικός, ψυχολογία της μάζας/των μαζών/του όχλου/του πλήθους βλ. μάζα [< γαλλ. psychologie, γερμ. Psychologie, αγγλ. psychology]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.