Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εκπαιδεύω [ἐκπαιδεύω] εκ-παι-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {εκπαίδευ-σα, εκπαιδεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} : παρέχω εκπαίδευση σε κάποιον: Η εταιρεία ~ει τα στελέχη της. ~τηκε ως μηχανικός. Πβ. ειδικεύω, επιμορφώνω, καταρτίζω.|| Έχει ~τεί στην αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών/στη χρήση υπολογιστών. Πβ. (εξ)ασκώ.|| Τα πανεπιστήμια ~ουν τους φοιτητές σε διακριτά επιστημονικά πεδία. Πβ. μορφώνω. Βλ. διαπαιδαγωγώ, διαπλάθω, συν~.|| ~ει ζώα/σκύλους (= εκγυμνάζει). ● βλ. εκπαιδευμένος, εκπαιδευόμενος [< αρχ. ἐκπαιδεύω, γαλλ. éduquer]

διαπαιδαγωγώ

διαπαιδαγωγώ[διαπαιδαγωγῶ] δι-α-παι-δα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {διαπαιδαγωγ-είς ..., -ώντας | διαπαιδαγώγ-ησε, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος}: καλλιεργώ πνευματικά και ηθικά νέο κυρ. άτομο, με συστηματικό και μεθοδικό συνήθ. τρόπο: ~ τους μαθητές/τους πολίτες κατάλληλα. ~ούν τη νεολαία με το φωτεινό τους παράδειγμα. Τα έργα του ~ησαν μια ολόκληρη γενιά. Πβ. εκπαιδεύω, παιδαγωγώ. Βλ. ανατρέφω, γαλουχώ, διαμορφώνω, διαπλάθω, διδάσκω. [< αρχ. διαπαιδαγωγῶ ‘εποπτεύω (για την εκπαίδευση), καθοδηγώ’]

εκπαιδευμένος

εκπαιδευμένος, η, ο [ἐκπαιδευμένος] εκ-παι-δευ-μέ-νος επίθ.: που έχει λάβει κατάλληλη εκπαίδευση: ~η: ομάδα. ~οι: εθελοντές/κομάντος/ναυαγοσώστες/σύμβουλοι. ~α: πληρώματα/στελέχη. Άρτια/ειδικά/κατάλληλα/σωστά ~ο προσωπικό. ~ο και έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό. Πβ. καταρτισμένος. Βλ. ειδικευμένος.|| Σκυλιά ~α στην ανίχνευση ναρκωτικών (βλ. ανιχνευτής). ΑΝΤ. ανεκπαίδευτος ● βλ. εκπαιδεύω [< μτγν. ἐκπεπαιδευμένος, αγγλ. trained]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.