εκπαιδεύω [ἐκπαιδεύω] εκ-παι-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {εκπαίδευ-σα, εκπαιδεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} : παρέχω εκπαίδευση σε κάποιον: Η εταιρεία ~ει τα στελέχη της. ~τηκε ως μηχανικός. Πβ. ειδικεύω, επιμορφώνω, καταρτίζω.|| Έχει ~τεί στην αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών/στη χρήση υπολογιστών. Πβ. (εξ)ασκώ.|| Τα πανεπιστήμια ~ουν τους φοιτητές σε διακριτά επιστημονικά πεδία. Πβ. μορφώνω. Βλ. διαπαιδαγωγώ, διαπλάθω, συν~.|| ~ει ζώα/σκύλους (= εκγυμνάζει). ● βλ. εκπαιδευμένος, εκπαιδευόμενος [< αρχ. ἐκπαιδεύω, γαλλ. éduquer]
διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγώ[διαπαιδαγωγῶ] δι-α-παι-δα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {διαπαιδαγωγ-είς ..., -ώντας | διαπαιδαγώγ-ησε, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος}: καλλιεργώ πνευματικά και ηθικά νέο κυρ. άτομο, με συστηματικό και μεθοδικό συνήθ. τρόπο: ~ τους μαθητές/τους πολίτες κατάλληλα. ~ούν τη νεολαία με το φωτεινό τους παράδειγμα. Τα έργα του ~ησαν μια ολόκληρη γενιά. Πβ. εκπαιδεύω, παιδαγωγώ. Βλ. ανατρέφω, γαλουχώ, διαμορφώνω, διαπλάθω, διδάσκω. [< αρχ. διαπαιδαγωγῶ ‘εποπτεύω (για την εκπαίδευση), καθοδηγώ’]
εκπαιδευμένος
εκπαιδευμένος, η, ο [ἐκπαιδευμένος] εκ-παι-δευ-μέ-νος επίθ.: που έχει λάβει κατάλληλη εκπαίδευση: ~η: ομάδα. ~οι: εθελοντές/κομάντος/ναυαγοσώστες/σύμβουλοι. ~α: πληρώματα/στελέχη. Άρτια/ειδικά/κατάλληλα/σωστά ~ο προσωπικό. ~ο και έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό. Πβ. καταρτισμένος. Βλ. ειδικευμένος.|| Σκυλιά ~α στην ανίχνευση ναρκωτικών (βλ. ανιχνευτής). ΑΝΤ. ανεκπαίδευτος ● βλ. εκπαιδεύω [< μτγν. ἐκπεπαιδευμένος, αγγλ. trained]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.