Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εκρίζωση [ἐκρίζωση] ε-κρί-ζω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) ολοκληρωτική εξάλειψη: ~ αναχρονιστικών νοοτροπιών και πρακτικών. Πρόληψη και ~ λοιμωδών νοσημάτων. 2. (επίσ.) ξερίζωμα: ~ αμπελώνων. Αγρανάπαυση ή ~. ~ώσεις και φυτεύσεις νέων δενδρυλλίων. Εκχερσώσεις και ~ώσεις. [< μτγν. ἐκρίζωσις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.