Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ελαιοραβδιστικό [ἐλαιοραβδιστικό] ε-λαι-ο-ρα-βδι-στι-κό ουσ. (ουδ.) & (προφ.) ραβδιστικό: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για τη συγκομιδή του καρπού της ελιάς: ηλεκτρικά ~ά. Βλ. ραβδιστήρι.|| (ως επίθ.) Παλμικό ~ό σύστημα.

ραβδιστήρι

ραβδιστήριρα-βδι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) & ραβδιστήρα (η) (παλαιότ.-προφ.): μακριά βέργα για ράβδισμα των δέντρων. Βλ. ελαιοραβδιστικό, -τήρι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.