Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ελατήριο [ἐλατήριο] ε-λα-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ΦΥΣ. μεταλλικό συνήθ. όργανο, τμήμα μηχανισμού, με σπείρες και ελαστικότητα: γραμμικό/ελικοειδές/κατακόρυφο/οριζόντιο ~. ~ επαναφοράς/κάμψης. ~ κλειδαριάς/ρολογιού. (ΓΥΜΝ.) ~ στήθους/χεριού. Επιμήκυνση/σταθερά ~ίου. ~α ανάρτησης. Αμορτισέρ και ~α. Το ~ συσπειρώνεται/τεντώνεται. Στρώμα με ~α. Πβ. σούστα. Βλ. ταλάντωση, -τήριο. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) κίνητρο, πρόθεση: ιδιοτελή/κομματικά/κρυφά/ύποπτα ~α. Τα ~α του εγκλήματος/εμπρησμού. (Υπο)κινούνται από ταπεινά ~α. Ποια ήταν τα ~α της πράξης του; (σπανιότ. με θετ. συνυποδ.) Έχει αγνά ~α. Πβ. ερέθισμα. Βλ. αίτιο. ● Υποκ.: ελατηριάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: πετάγομαι/τινάζομαι σαν ελατήριο: αντιδρώ με έντονες και γρήγορες κινήσεις λόγω μεγάλης έκπληξης, βιασύνης ή οργής: Πετάχτηκε/τινάχτηκε ~ από τη θέση του. [< πβ. αρχ. ἐλατήριον ‘που απομακρύνει, καθαρτικό», γαλλ. ressort]

αίτιο

αίτιο[αἴτιο] αί-τι-ο ουσ. (ουδ.) {αιτί-ου | -ων} (λόγ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} αιτία: ειδικά/πραγματικά ~α. Σχέση ~ου-αιτιατού. ~α και αφορμές. Τα ~α του δυστυχήματος/του εγκλήματος/της ήττας/της καταστροφής/του ναυαγίου/της παρακμής/του πληθωρισμού/του πολέμου/της πτώχευσης/της πυρκαγιάς/της τραγωδίας. Αναζητώ/αναλύω/βρίσκω/διαπιστώνω/διερευνώ/εντοπίζω/εξετάζω/μελετώ τα ~α. Αλυσίδα ~ων και αποτελεσμάτων. Τα ~α και οι επιπτώσεις/συνέπειες ενός φαινομένου. Τα ~α που γεννούν τη βία. Πβ. αιτιολογία, λόγος. 2. ΦΙΛΟΣ. η αιτία των όντων: πρωταρχικό ~. ΣΥΝ. αρχή (6) ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστικό αίτιο: ΓΡΑΜΜ. προσδιορισμός που δηλώνει την αιτία της ενέργειας του ρήματος: π.χ. Έκλαιγε από τη χαρά και τη συγκίνησή της., κινούν αίτιο(ν) (λόγ.): αιτία, κίνητρο, δύναμη που ωθεί σε μια εξέλιξη: το ~ ~ των ανθρώπων/των εξελίξεων/της ιστορίας.|| (ΘΕΟΛ.) Η ενοποιός αρχή του κόσμου, το ~ ~ (= ο Θεός)., ποιητικό αίτιο: ΓΡΑΜΜ. εμπρόθετος προσδιορισμός που εκφέρεται με την πρόθεση "από" και αιτιατική και δηλώνει από ποιο πρόσωπο ή πράγμα παθαίνει κάτι το υποκείμενο: π.χ. Η διαδήλωση οργανώθηκε από τα συνδικάτα. [< αρχ. αἴτιον]

ταλάντωση

ταλάντωσητα-λά-ντω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. επαναλαμβανόμενη κίνηση ενός σώματος μεταξύ δύο ακραίων θέσεων: αμείωτη/ελεύθερη/εξαναγκασμένη/(α)περιοδική/σύνθετη/φθίνουσα ~. Μήκος/ενέργεια/εύρος/πλάτος/συχνότητα/ταχύτητα ~ης. Οι ~ώσεις του εκκρεμούς. Αποσβεστήρας ~ώσεων (πβ. αμορτισέρ). Πβ. ταλάντευση.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Ηλεκτρική ~. Κύκλωμα ~ώσεων. Βλ. διατοιχισμός, κυμάτωση. ● ΣΥΜΠΛ.: αρμονική ταλάντωση βλ. αρμονικός [< αρχ. ταλάντωσις, γαλλ. oscillation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.