Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ελαττώνω [ἐλαττώνω] ε-λατ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {ελάττω-σα, ελαττώ-θηκε, -μένος, ελαττών-οντας}: μειώνω, λιγοστεύω: Φάρμακα που ~ουν τον πόνο. Η θερμοκρασία/η βρεφική θνησιμότητα/ο πληθυσμός ~θηκε. Τα αποθέματα νερού/οι πωλήσεις ~θηκαν (= έπεσαν) κατά 10%/δραστικά/σημαντικά. Πβ. περιορίζω. ΑΝΤ. αυξάνω [< αρχ. ἐλασσῶ, ἐλαττῶ, μεσν. ελαττώνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.