Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εμπιστευτικός , ή, ό [ἐμπιστευτικός] ε-μπι-στευ-τι-κός επίθ. 1. που είναι ή πρέπει να παραμείνει κρυφός, μυστικός: ~ή: έκθεση. ~ό: έγγραφο/περιεχόμενο/σημείωμα. ~ές: πληροφορίες. Άκρως/αυστηρά ~ό. Προσωπικά και ~ά στοιχεία. Ο κωδικός λογαριασμού παραμένει ~. Πβ. απόρρητος. ΑΝΤ. ανακοινώσιμος, δημοσιεύσιμος 2. (κατ' επέκτ.) που απαιτεί εμπιστοσύνη και εχεμύθεια: ~ή: αποστολή/μεταχείριση (δεδομένων). ~ό: ύφος. Σε ~ό τόνο. ● επίρρ.: εμπιστευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. confidentiel]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.