Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εμπιστοσύνη [ἐμπιστοσύνη] ε-μπι-στο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) 1. πίστη, σιγουριά ότι κάποιος ή κάτι έχει αξία, ικανότητα ή χαρακτηριστικά που το(ν) καθιστούν αξιόπιστο: ακλόνητη/αμοιβαία/τρωθείσα/υπερβολική ~. Επιχειρηματική/καταναλωτική ~. Δεσμοί/κατάχρηση/κλίμα/οικοδόμηση/σχέση ~ης. Άνθρωπος/πρόσωπο (της απολύτου) ~ης (= έμπιστος). Άξιος ~ης (πβ. φερέγγυος). Έχε μου ~! Έχει ~ στον εαυτό της (βλ. αυτοπεποίθηση). Ανέκτησε/έχασε/κέρδισε/πρόδωσε την ~ των πελατών. Αξίζει την ~ του κοινού. Εμπνέει ~ στους συνεργάτες του. Αποκαθίσταται/κλονίζεται η ~ των πολιτών. Περιβάλλεται με ~ από ... Χτίζοντας την ~. ΑΝΤ. αμφισβήτηση (1) 2. ΠΟΛΙΤ. (υπο)στήριξη, έγκριση: Η κυβέρνηση πρέπει να έχει την ~ της Βουλής. Η κοινωνία/ο λαός μας έδωσε την ~ του. Είναι/έθεσε θέμα ~ης. Βλ. -οσύνη. ● ΣΥΜΠΛ.: διάστημα εμπιστοσύνης βλ. διάστημα, πρόταση εμπιστοσύνης βλ. πρόταση, ψήφος εμπιστοσύνης βλ. ψήφος ● ΦΡ.: απολαμβάνει την εμπιστοσύνη (κάποιου) & (λόγ.) απολαμβάνει/χαίρει/απολαύει της (απολύτου) εμπιστοσύνης: (απαιτ. λεξιλόγ.) τον εμπιστεύεται, τον στηρίζει (πλήρως): ~ ~ του κόσμου/πρωθυπουργού., έχω/δείχνω απόλυτη/τυφλή εμπιστοσύνη σε κάποιον/κάτι: εμπιστεύομαι απόλυτα, χωρίς ενδοιασμούς και αμφιβολίες. ΣΥΝ. εμπιστεύομαι κάποιον με κλειστά μάτια/τυφλά [< μεσν. εμπιστοσύνη]

διάστημα

διάστημαδι-ά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {διαστήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. η απόσταση ανάμεσα σε δύο χρονικά ή τοπικά σημεία: βραχυπρόθεσμο/ελάχιστο/εύλογο ~. ~ δέκα ετών/ορισμένων λεπτών. ~ατα σιωπής/συννεφιάς. (Κατά) το/στο (αμέσως) προσεχές ~. Το τελευταίο ~ (= τελευταία). Η βιβλιοθήκη θα παραμείνει κλειστή το ~ από ... έως/μέχρι ... Σε αραιά/πυκνά ~ατα. Το μεγαλύτερο ~ της ημέρας η θερμοκρασία ήταν υψηλή. Η φωτιά πήρε σε πολύ σύντομο ~ μεγάλη έκταση. Συννεφιά με ~ατα ηλιοφάνειας. Βλ. μεσο~, περίοδος.|| (ΙΑΤΡ.) Μεσοδόντια/μεσοσπονδύλια ~ατα. 2. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Δ) ο χώρος που εκτείνεται πέρα από τη Γη και την ατμόσφαιρά της: επιστήμη του ~ος. Κοσμικό ~. Αποστολή/ταξίδια στο ~. Εξερεύνηση/έρευνα/κατάκτηση του ~ατος. Ο δορυφόρος βρίσκεται/εκτοξεύτηκε/ταξιδεύει στο ~. Πβ. αερο~. 3. ΜΟΥΣ. απόσταση ανάμεσα σε δύο νότες: αρμονικό ~ (: αν ηχούν ταυτόχρονα). Mελωδικό ~ (: αν οι νότες ηχούν διαδοχικά). Aπλά/σύνθετα ~ατα. Διάφωνο ~ (ή διαφωνία). Σύμφωνο ~ (ή συμφωνία). ~ ενός ημιτονίου/τόνου. ~ατα πέμπτης. Το ~ της ογδόης (= οκτάβα). Βλ. μικρο~. 4. κενός χαρακτήρας ή χώρος ανάμεσα σε γράμματα, λέξεις ή γραμμές στη γραφή ή την εκτύπωση: κανονικό/σταθερό ~. Ρύθμιση ~ατος παραγράφου/χαρακτήρων.|| Κείμενο γραμμένο σε μονό/διπλό ~ (= διάστιχο). 5. ΜΑΘ. το σύνολο από πραγματικούς αριθμούς το οποίο μπορεί να παρασταθεί ως ευθύγραμμο τμήμα: ανοιχτό/κλειστό ~. Γραμμικές εξισώσεις/συναρτήσεις ~άτων.|| (ΦΥΣ., το τμήμα της τροχιάς που διανύει ένα κινητό αντικείμενο σε ορισμένο χρόνο, σύμβ. s) Tο σώμα έχει διανύσει/διατρέξει ~ S = 20m. ● ΣΥΜΠΛ.: διάστημα εμπιστοσύνης: ΣΤΑΤΙΣΤ. σύνολο συνεχόμενων τιμών που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση μιας στατιστικής παραμέτρου. [< αγγλ. confidence interval, 1934] , χρονικό διάστημα: διάρκεια χρόνου: για κάποιο/για περιορισμένο ~ ~. Μέσα σε σύντομο ~ ~. Ύστερα από ένα μικρό ~ ~. Κατά το/στο ~ ~ ..., μεσογονάτια (διαστήματα) βλ. μεσογονάτιος, τουρίστας του Διαστήματος βλ. τουρίστας, τουρίστρια ● ΦΡ.: κατά διαστήματα: κατά περιόδους ή σε διάφορα σημεία: ~ ~ ένιωθε πόνους στη μέση. Ο καιρός θα είναι άστατος, με βροχές και καταιγίδες ~. Πβ. κατά διαλείμματα.|| Τοποθετούνται ~ ~ ... , σε/ανά/κατά τακτά χρονικά διαστήματα: σε καθορισμένο χρόνο, τακτικά, περιοδικά: Οι τιμές προσαρμόζονται ~ ~. Να κάνετε σύντομα διαλείμματα ~ ~. Αλλάζετε τον κωδικό πρόσβασής σας ~ ~. [< 1,3,5: αρχ. διάστημα 2,4: γαλλ. espace]

-οσύνη

-οσύνη{σπάν. στον πληθ.} επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: ανδρει~ (βλ. -εία)/αξι~ (πβ. -ότητα)/δικαι~/εμπιστ~/ευγνωμ~/καλ~/μετριοφρ~.|| Ασχετ~ (πβ. -ίλα)/ατσαλ~ (πβ. -ιά)/εξαλλ~/ισχυρογνωμ~.|| Πραγματογνωμ~. 2. (περιληπτ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: λογι~. Χριστιαν~.

πρόταση

πρότασηπρό-τα-ση ουσ. (θηλ.) 1. άποψη, ιδέα, υπόδειξη, προσφορά ή επιθυμία που διατυπώνεται προφορικά ή γραπτά, ώστε να γίνει δεκτή· γενικότ. οτιδήποτε προτείνεται: αναθεωρημένη/γενική/δημόσια/εναλλακτική/ενδιαφέρουσα/επενδυτική/επίσημη/νομοθετική/πολιτική/συμβιβαστική/τεκμηριωμένη ~. ~ ασφάλισης/ειρήνης/συμμετοχής/(συν)εργασίας. Έχω ~ από κάποιον για ... Αντικείμενο/έγκριση/κατάθεση/κείμενο/περιεχόμενο/σχέδιο της ~ης. Υποβολή ~ης (βλ. αυτο~). ~εις-αιτήματα. Διδακτικές/ερευνητικές ~άσεις. ~ ανασυγκρότησης της επιχείρησης. Η ~ή του απορρίφθηκε. Η ομάδα απέσυρε την ~ή της για τον παίκτη ... Με ~ του υπουργού ... ~ ανάληψης καθηκόντων. Κατατέθηκε ~ τροπολογίας στη Βουλή. Εγκεκριμένες ~άσεις έργων. Οι ~άσεις της επιτροπής. ~άσεις για βιβλία (= βιβλιοπροτάσεις)/ταινίες. Ακούστηκαν/καταγράφηκαν πολλές ~άσεις. Της έκανε ανήθικες ~άσεις. Αξιολόγηση/υλοποίηση ~άσεων.|| (ΜΑΘ.) Μαθηματική ~. Απόδειξη ~άσεως.|| (ΝΟΜ.) ~ διαδίκου. Βλ. αντι~. 2. ΓΛΩΣΣ. η βασική δομική μονάδα του γλωσσικού συστήματος με σημασιακή και συντακτική αυτονομία: απλή/ελλειπτική/επαυξημένη/σύνθετη ~. Αποφατική/καταφατική ~. ~ επιθυμίας/κρίσεως. Επιρρηματικές/ονοματικές ή ουσιαστικές ~άσεις. Αιτιολογικές/αναφορικές/βουλητικές/ειδικές/εναντιωματικές/ενδοιαστικές/πλάγιες ερωτηματικές/συμπερασματικές/τελικές/υποθετικές/χρονικές ~άσεις. Οι κύριοι όροι της ~ης (βλ. υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο, κατηγορούμενο). Βλ. περίοδος. 3. ΓΥΜΝ. (σπάν.-λόγ.) έκταση προς τα εμπρός: ~άσεις χεριών. ● Υποκ.: προτασούλα (η): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: πρόταση (γάμου): με την οποία κάποιος/κάποια ζητά από ένα άλλο πρόσωπο να τον/την παντρευτεί: Αρνούμαι/δέχομαι/κάνω ~ ~., πρόταση εμπιστοσύνης: ΠΟΛΙΤ. που υποβάλλει η κυβέρνηση με σκοπό να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη, την έγκριση της Βουλής. [< γαλλ. question de confiance] , πρόταση μομφής/δυσπιστίας: ΠΟΛΙΤ. πρόταση που υποβάλλεται στη Βουλή από την αντιπολίτευση για την άρση της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση ή από τον πρόεδρο της Βουλής για αντικοινοβουλευτική συμπεριφορά κατά βουλευτή ή από βουλευτή κατά προέδρου ή μέλους του προεδρείου της Βουλής: συζήτηση/ψηφοφορία επί της ~ης ~. [< γαλλ. motion de censure] , αναλυτική πρόταση/κρίση βλ. αναλυτικός, αντιφατικές προτάσεις βλ. αντιφατικός, δευτερεύουσα/εξαρτημένη πρόταση βλ. δευτερεύων, ελάσσων πρόταση βλ. ελάσσων, κατηγορική πρόταση/κρίση βλ. κατηγορικός, κύρια/ανεξάρτητη πρόταση βλ. κύριος, μείζων πρόταση βλ. μείζων, πρόταση νόμου βλ. νόμος ● ΦΡ.: ρίχνω την ιδέα/την πρόταση βλ. ρίχνω [< αρχ. πρότασις, γαλλ. proposition]

ψήφος

ψήφοςψή-φος ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ψήφος (ο) 1. κάθε μέσο με το οποίο πραγματοποιείται μια ψηφοφορία (π.χ. ανάταση του χεριού, ψηφοδέλτιο)· συνεκδ. η γνώμη που εκφράζεται με το συγκεκριμένο μέσο: επιστολική ~. άκυρες/έγκυρες ~οι. Διαλογή/καταμέτρηση/κατανομή των ~ων. Υποκλοπή ~ων. Έριξε την ~ο του (ενν. στην κάλπη). Απέσπασε το ...% των ~ων. Εκλέχτηκε με διαφορά ... ~ων. Έλαβε/πήρε/συγκέντρωσε ... ~ους. Με 164 ~ους υπέρ και 25 ~ους κατά, συνεχίζεται η απεργία των ... Βγήκε πρώτος σε ~ους (: σταυρούς· βλ. παμψηφεί). (μειωτ.) Ψαρεύει ~ους (βλ. ψηφοθήρας). Βλ. διπλοψηφία, κουκιά, ψηφαλάκι, ισο-, μειο-, πλειο-ψηφώ.|| Θετική/κερδισμένη ~ (πβ. υπερψήφιση). Αντισυστημική/αρνητική (πβ. φούμο)/μαύρη (= μαύρο) ~ (πβ. καταψήφιση). Η λαϊκή ~. Αδιευκρίνιστη ~. ~ ενάντια στον πόλεμο/κατά του κατεστημένου/υπέρ των μεταρρυθμίσεων. ~ αποδοκιμασίας/διαμαρτυρίας/καταδίκης (ή καταδικαστική ~)/μομφής/τιμωρίας. Διεκδικούν την ~ο των πολιτών. Ευχαρίστησε όσους του έδωσαν την/τον τίμησαν με την ~ο τους.|| Ταξινομική ~ (: στην οποία οι εκλογείς ταξινομούν τους υποψηφίους κατά σειρά προτίμησης). 2. (συνεκδ.) συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία· ψηφοφορία: μυστική/υποχρεωτική ~. Δικαίωμα (βλ. εκλογικό σώμα, σουφραζέτα)/πρόθεση/στέρηση ~ου. ● ΣΥΜΠΛ.: ισότητα της ψήφου: αρχή σύμφωνα με την οποία σε κάθε ψηφοφόρο αναλογεί μόνο μία ψήφος και όλες οι ψήφοι είναι ισοδύναμες., λευκή ψήφος: ΠΟΛΙΤ. που δηλώνει ουδετερότητα και γίνεται με χρήση λευκού ψηφοδελτίου. Πβ. λευκό., χαλαρή ψήφος: ΠΟΛΙΤ. κατά την οποία ο εκλογέας ψηφίζει χωρίς κομματική πειθαρχία, αλλά κατά συνείδηση., ψήφος εμπιστοσύνης 1. ΠΟΛΙΤ. στήριξη, μέσω ψηφοφορίας, της κυβέρνησης από την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών: παροχή ~ου ~. Ο πρωθυπουργός ζήτησε/κέρδισε/έλαβε ~ο ~. Βλ. η αρχή της δεδηλωμένης, διερευνητική εντολή, πρόταση εμπιστοσύνης, πρόταση μομφής/δυσπιστίας. 2. (μτφ.) έμπρακτη στήριξη., ψήφος ανοχής βλ. ανοχή ● ΦΡ.: η θεωρία της χαμένης ψήφου: ΠΟΛΙΤ. άποψη ότι είναι καλύτερο να ψηφίσει κανείς ένα κόμμα ή συνδυασμό που είναι πιο πιθανό να κερδίσει τις εκλογές, παρά ένα άλλο που δεν έχει τις ίδιες πιθανότητες, έστω και αν ο ψηφοφόρος πρόσκειται σε αυτό., μετά/άνευ ψήφου μετοχές βλ. μετοχή [< αρχ. ψῆφος, γαλλ. vote, voix]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.