Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εμπρόθετος [ἐμπρόθετος] ε-μπρό-θε-τος επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. που εκφέρεται με πρόθεση: ~ος: προσδιορισμός (πβ. προθετικό σύνολο). ~ο: αντικείμενο (πχ. Έγραψε γράμμα στη μητέρα του). ΑΝΤ. απρόθετος (1) 2. (επιστ.) που γίνεται με πρόθεση, σκόπιμα: ~η: δράση/πρόκληση (ζημίας)/συμπεριφορά. Πβ. εσκεμμένος. ● επίρρ.: εμπρόθετα & (λόγ.) εμπροθέτως [< 2: μεσν. εμπρόθετος]