Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εμφυτεύσιμος , η, ο [ἐμφυτεύσιμος] εμ-φυ-τεύ-σι-μος επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να εμφυτευτεί: ~ος: απινιδωτής. ~η: αντλία ινσουλίνης. ~ο: μικροτσίπ (: υποδόριο). ~α: ιατροτεχνολογικά προϊόντα. Φορητές, φορετές και ~ες συσκευές. [< μεσν. εμφυτεύσιμος, αγγλ. implantable, 1960]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.