Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εναλλάξιμος , η, ο [ἐναλλάξιμος] ε-ναλ-λά-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να εναλλάσσεται: ~οι: φακοί. ~α: καλύμματα. Πβ. ανταλλάξιμος. Βλ. εναλλακτικός.|| ~ο: προσωπικό. Η θέση του Γενικού Διευθυντή είναι ~η (: μπορεί να την πάρει και κάποιος άλλος, εφόσον έχει τα απαραίτητα προσόντα). Βλ. προσωποπαγής.|| ~ες: λέξεις. Πβ. συνώνυμος. [< αγγλ. interchangeable]

εναλλακτικός

εναλλακτικός, ή, ό [ἐναλλακτικός] ε-ναλ-λα-κτι-κός επίθ. 1. διαφορετικός ή αντίθετος από το καθιερωμένο και συμβατικό· μη θεσμοθετημένος: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: διαχείριση απορριμμάτων/ενημέρωση (μέσω ίντερνετ)/θεραπεία/κοινότητα//πολιτική/τεχνολογία (βλ. οικονομικός, οικολογικός). ~ό: αυτοκίνητο/θέατρο/ροκ/σχολείο/φεστιβάλ. ~ές: διακοπές. ~ά: (ΠΟΛΙΤ.) κινήματα. Πβ. αλτέρνατιβ, πρωτοποριακός. 2. που μπορεί να διαδεχθεί ή να αντικαταστήσει κάποιον ή κάτι άλλο: ~ή: επιλογή/μέθοδος/πρόταση. ~ό: σχέδιο. ~οί: τρόποι (επίλυσης των διαφορών). ~ές: δυνατότητες. Βλ. διαδοχικός, περιοδικός.|| (ως ουσ.) Δεν έχει άλλη/καμία ~ή (ενν. λύση). ● ΣΥΜΠΛ.: Εναλλακτική Αγορά : ΟΙΚΟΝ. μη οργανωμένη αγορά του Χρηματιστηρίου, στην οποία συμμετέχουν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις., εναλλακτική ιατρική: που υποκαθιστά τις συμβατικές ιατρικές θεραπείες, κυρ. τη χρήση φαρμάκων. Βλ. ομοιοπαθητική, βελονισμός, ρεφλεξολογία, συμπληρωματική ιατρική, χειροπρακτική. [< αγγλ. alternative medicine, 1972] , εναλλακτική στέγη: ΝΟΜ. προσωρινή ή μόνιμη κατοικία που παρέχεται σε μέλη συνόλου που εκδιώχθηκαν ή αποχώρησαν λόγω γενικής κρίσης από τα σπίτια όπου διέμεναν., εναλλακτικός τουρισμός: το σύνολο των ολοκληρωμένων τουριστικών υπηρεσιών, οι οποίες στηρίζονται σε οικολογικά ανεκτές και ήπιες δραστηριότητες, ενώ αναδεικνύουν, χωρίς να καταστρέφουν, το φυσικό κάλλος μιας περιοχής: ορεινός ~ ~. Βλ. θεματικός τουρισμός, οικοτουρισμός., ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας βλ. ανανεώσιμος, εναλλακτικά καύσιμα βλ. καύσιμα, εναλλακτική (κοινωνική) θητεία βλ. θητεία, εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο βλ. εμπόριο [< μτγν. ἐναλλακτικός ‘αυτός που διαφοροποιεί’, γαλλ. alternatif, αγγλ. alternative]

προσωποπαγής

προσωποπαγής, ής, ές προ-σω-πο-πα-γής επίθ. {προσωποπαγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που η λειτουργία ή η ισχύς του συνδέεται στενά με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο: ~ής: θέση. ~ές: καθεστώς. ~ή: κόμματα. Πβ. αρχηγικός, προσωπο-κεντρικός, -λατρικός.|| (ΝΟΜ.) ~ές: δικαίωμα (: που δεν μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.