εναλλάξιμος , η, ο [ἐναλλάξιμος] ε-ναλ-λά-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να εναλλάσσεται: ~οι: φακοί. ~α: καλύμματα. Πβ. ανταλλάξιμος. Βλ. εναλλακτικός.|| ~ο: προσωπικό. Η θέση του Γενικού Διευθυντή είναι ~η (: μπορεί να την πάρει και κάποιος άλλος, εφόσον έχει τα απαραίτητα προσόντα). Βλ. προσωποπαγής.|| ~ες: λέξεις. Πβ. συνώνυμος. [< αγγλ. interchangeable]
εναλλακτικός
εναλλακτικός, ή, ό [ἐναλλακτικός] ε-ναλ-λα-κτι-κός επίθ. 1. διαφορετικός ή αντίθετος από το καθιερωμένο και συμβατικό· μη θεσμοθετημένος: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: διαχείριση απορριμμάτων/ενημέρωση (μέσω ίντερνετ)/θεραπεία/κοινότητα//πολιτική/τεχνολογία (βλ. οικονομικός, οικολογικός). ~ό: αυτοκίνητο/θέατρο/ροκ/σχολείο/φεστιβάλ. ~ές: διακοπές. ~ά: (ΠΟΛΙΤ.) κινήματα. Πβ. αλτέρνατιβ, πρωτοποριακός.2. που μπορεί να διαδεχθεί ή να αντικαταστήσει κάποιον ή κάτι άλλο: ~ή: επιλογή/μέθοδος/πρόταση. ~ό: σχέδιο. ~οί: τρόποι (επίλυσης των διαφορών). ~ές: δυνατότητες. Βλ. διαδοχικός, περιοδικός.|| (ως ουσ.) Δεν έχει άλλη/καμία ~ή (ενν. λύση). ● ΣΥΜΠΛ.: Εναλλακτική Αγορά: ΟΙΚΟΝ. μη οργανωμένη αγορά του Χρηματιστηρίου, στην οποία συμμετέχουν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις., εναλλακτική ιατρική: που υποκαθιστά τις συμβατικές ιατρικές θεραπείες, κυρ. τη χρήση φαρμάκων. Βλ. ομοιοπαθητική, βελονισμός, ρεφλεξολογία, συμπληρωματική ιατρική, χειροπρακτική. [< αγγλ. alternative medicine, 1972] , εναλλακτική στέγη: ΝΟΜ. προσωρινή ή μόνιμη κατοικία που παρέχεται σε μέλη συνόλου που εκδιώχθηκαν ή αποχώρησαν λόγω γενικής κρίσης από τα σπίτια όπου διέμεναν., εναλλακτικός τουρισμός: το σύνολο των ολοκληρωμένων τουριστικών υπηρεσιών, οι οποίες στηρίζονται σε οικολογικά ανεκτές και ήπιες δραστηριότητες, ενώ αναδεικνύουν, χωρίς να καταστρέφουν, το φυσικό κάλλος μιας περιοχής: ορεινός ~ ~. Βλ. θεματικός τουρισμός, οικοτουρισμός., ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας βλ. ανανεώσιμος, εναλλακτικά καύσιμα βλ. καύσιμα, εναλλακτική (κοινωνική) θητεία βλ. θητεία, εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο βλ. εμπόριο [< μτγν. ἐναλλακτικός ‘αυτός που διαφοροποιεί’, γαλλ. alternatif, αγγλ. alternative]
προσωποπαγής
προσωποπαγής, ής, ές προ-σω-πο-πα-γής επίθ. {προσωποπαγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που η λειτουργία ή η ισχύς του συνδέεται στενά με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο: ~ής: θέση. ~ές: καθεστώς. ~ή: κόμματα. Πβ. αρχηγικός, προσωπο-κεντρικός, -λατρικός.|| (ΝΟΜ.) ~ές: δικαίωμα (: που δεν μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον).
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.