Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ενασχόληση [ἐνασχόληση] ε-να-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.): συστηματική ασχολία με κάτι: δημιουργική/επαγγελματική/ερασιτεχνική/καθημερινή/πνευματική/πρακτική/προσφιλής ~. ~ με τον αθλητισμό/τα κοινά/τον πολιτισμό/την τέχνη. Αντικείμενα/πεδίο ~ης. Πβ. απασχόληση.ενασχολήσεις: δραστηριότητες, ενδιαφέροντα: καλλιτεχνικές/λογοτεχνικές/ποικίλες/ψυχαγωγικές ~. Πβ. χόμπι. [< μεσν. ενασχόλησις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.