Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ενδαγγειακός , ή, ό [ἐνδαγγειακός] εν-δαγ-γει-α-κός επίθ. & ενδοαγγειακός: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή λαμβάνει χώρα μέσα στα αγγεία: ~ή: αποκατάσταση (ανευρύσματος)/χειρουργική. Διάχυτη ~ή πήξη. ● επίρρ.: ενδαγγειακά