ενδιαφέρον [ἐνδιαφέρον] εν-δι-α-φέ-ρον ουσ. (ουδ.) {ενδιαφέρ-οντος | -οντα} 1. διάθεση κάποιου να ασχοληθεί με κάτι που του εξάπτει την προσοχή ή την περιέργεια: Υπάρχει αυξανόμενο/αυξημένο/έντονο/ζωηρό ~ για συνεργασία. ~ σχετικά με … Το θέμα δεν μου κινεί/προκαλεί το ~. Δεν βρίσκω (κανένα) ~ στη ... Έχασα το ~ μου. Έδειξε/εκδήλωσε άμεσο/έμπρακτο/ιδιαίτερο/όψιμο/πραγματικό/προσποιητό/προσωπικό/συγκινητικό/φιλικό ~ (= ενδιαφέρθηκε) για το πρόβλημά τους. Βιβλίο/διδακτική μέθοδος που διεγείρει/κεντρίζει/κινητοποιεί/ξυπνά/προσελκύει/τονώνει/τραβά το ~ των μαθητών. Επισύρει/παρακινεί/πυροδοτεί/υποκινεί το ~. Παρακολούθησα με αμείωτο/μεγάλο ~ (= προσήλωση) την εκπομπή. Με άκουσε χωρίς ~. Το κύριο ~ μου εστιάζεται στο ...|| Υπόθεση με δημόσιο ~. Το επενδυτικό ~ στράφηκε στις αγορές ομολόγων. Ρωτώ από επαγγελματικό ~.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Αίτηση/πρόσκληση εκδήλωσης ~οντος (για πλήρωση θέσης).|| Βασικό/πρωταρχικό του ~ είναι η ... (= μέλημα, μέριμνα, φροντίδα). ΑΝΤ. αδιαφορία (1) 2. (κατ' επέκτ.) η ιδιότητα που έχει κάτι να δημιουργεί την αντίστοιχη διάθεση: θέματα ειδικού/ευρύτερου/περιορισμένου/υψίστου ~οντος. Διαδρομή με ~ (= ενδιαφέρουσα). Μήνυμα χωρίς ~/που στερείται ~οντος (= αδιάφορο). Η συζήτηση απέκτησε/έχει ~. Αυτό που δίνει ~ (= νόημα) στη ζωή είναι ... Το ~ είναι ότι ... (πβ. αξιοπρόσεκτο, αξιοσημείωτο).|| Άρθρα επιστημονικού/ιατρικού/φιλολογικού ~οντος. Η περιοχή παρουσιάζει αρχαιολογικό ~.3. ιδιαίτερη συμπάθεια, κυρ. ερωτική: Της έδειξε/εξέφρασε το ~ του. Δεν έκρυψε το ~ της για κείνον. ● ενδιαφέροντα (τα): δραστηριότητες που προσφέρουν ψυχική ή πνευματική ικανοποίηση: αθλητικά/ερευνητικά/καλλιτεχνικά/λογοτεχνικά/πολυποίκιλα ~. Έχουμε άλλα/διαφορετικά/κοινά ~. Το σινεμά δεν ανήκει στα ~ά μου. Πβ. χόμπι. ΣΥΝ. ενασχολήσεις ● ΦΡ.: στο επίκεντρο/στο κέντρο του ενδιαφέροντος/της προσοχής: για το βασικό θέμα που απασχολεί μια ομάδα, κοινότητα: Η οικονομία βρίσκεται ~ ~. [< γαλλ. intérêt, αγγλ. interest, γερμ. Interesse]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.