Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ενδοσκόπηση [ἐνδοσκόπηση] εν-δο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. διερεύνηση, παρατήρηση από ένα άτομο του εαυτού του, με σκοπό την αυτογνωσία: ειλικρινής/εσωτερική/προσωπική ~. ~ και περισυλλογή. Βλ. αυτο-ανάλυση, -κριτική, ψυχανάλυση. ΑΝΤ. αυτοπαρατήρηση 2. ΙΑΤΡ. & (σπάν.) ενδοσκοπία: εξέταση με ενδοσκόπιο. Βλ. υπερηχογραφία, -σκόπηση. [< 1: γαλλ. introspection 2: γαλλ. endoscopie, αγγλ. endoscopy]

υπερηχογραφία

υπερηχογραφία[ὑπερηχογραφία] υ-πε-ρη-χο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστική μέθοδος η οποία χρησιμοποιεί υπερήχους για την απεικόνιση εσωτερικών δομών του ανθρώπινου σώματος: μαιευτική/τρισδιάστατη ~. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. υπερηχοτομογραφία [< αγγλ. ultrasonography, 1951]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.