Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ενεπίγραφος , η, ο [ἐνεπίγραφος] ε-νε-πί-γρα-φος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που φέρει επιγραφή: ~η: πλάκα/στήλη. ~α: αγγεία. Βλ. -γραφος. ΑΝΤ. ανεπίγραφος

-γραφος

-γραφος, η, ο: λεξικό επίθημα με αναφορά σε ορισμένο τρόπο γραφής: ιδιό~/ολό~.|| (ουσιαστικοπ.) Χειρό-γραφο.