Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ενεργητικός , ή, ό [ἐνεργητικός] ε-νερ-γη-τι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που του αρέσει να δρα, να αναπτύσσει δραστηριότητα, να συμμετέχει ενεργά· (για πράξη) που απαιτεί δράση ή γίνεται εκούσια και συνειδητά: ~οί: αναγνώστες/θεατές. ~ά: μέλη της κοινωνίας. Πβ. δραστήριος, δυναμικός.|| ~ός: ρόλος. ~ή: κινητοποίηση/παρέμβαση/πολιτική/συμμετοχή/συμπαράσταση/υποστήριξη. ~ά: μέτρα (απασχόλησης). (ως επικοινωνιακή δεξιότητα) ~ή: ακρόαση. (ΙΑΤΡ.) ~ή: ανοσία/ανοσοποίηση (: με παραγωγή αντισωμάτων από τον ίδιο τον οργανισμό). Πβ. ενεργός. ΑΝΤ. παθητικός (1) 2. ΟΙΚΟΝ. πλεονασματικός: ~ό: εμπορικό ισοζύγιο/κεφάλαιο. Πβ. πιστωτικός. Βλ. ενεργητικό. ΑΝΤ. ελλειμματικός (1), παθητικός (4) 3. (για βότανο, σκεύασμα, τροφή) που υποβοηθά την κένωση του εντέρου. Πβ. ευκοίλιος, καθαρτικός. 4. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με την ενεργητική φωνή ή διάθεση: ~οί: χρόνοι. ΑΝΤ. παθητικός (2) ● επίρρ.: ενεργητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητικά στοιχεία: ΗΛΕΚΤΡ. αυτά που μπορούν να παρέχουν ενέργεια σε ένα κύκλωμα. Βλ. γεννήτρια, ενισχυτής, τρανζίστορ. ΑΝΤ. παθητικά στοιχεία, ενεργητικά/θερμικά ηλιακά συστήματα (ακρ. ΕΗΣ): ΤΕΧΝΟΛ. που συλλέγουν την ηλιακή ενέργεια, τη μετατρέπουν σε θερμότητα, την αποθηκεύουν και τη διανέμουν (ηλιακοί θερμοσίφωνες, φωτοβολταϊκά στοιχεία). Βλ. παθητικά ηλιακά συστήματα., ενεργητική διάθεση: ΓΡΑΜΜ. στην οποία ανήκουν ρήματα που δηλώνουν ότι το υποκείμενό τους ενεργεί, δρα και η ενέργεια μεταβιβάζεται κάπου αλλού (π.χ. δέχομαι, καταστρέφω). Βλ. μέση, ουδέτερη, παθητική διάθεση., ενεργητική φωνή: ΓΡΑΜΜ. κατηγορία στην οποία ανήκουν όλα τα ρήματα με κατάληξη -ω/-ώ στο α' ενικό πρόσωπο της οριστικής ενεστώτα (π.χ. αγαπώ, δένω). Βλ. παθητική φωνή., ενεργητικός (ομοφυλόφιλος): που έχει τον ρόλο του άντρα στο ομοφυλοφιλικό σεξ μεταξύ ανδρών. ΑΝΤ. παθητικός (ομοφυλόφιλος), ενεργητική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, ενεργητική ευθανασία βλ. ευθανασία, ενεργητική/ενεργή/ενεργός μάθηση βλ. μάθηση, ενεργητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια βλ. πυροπροστασία, ενεργητική/ενεργός μεταφορά βλ. μεταφορά, ενεργητικό κάπνισμα βλ. κάπνισμα, παθητική/ενεργητική αντίσταση βλ. αντίσταση [< αρχ. ἐνεργητικός, γαλλ. actif, αγγλ. active]

αντίσταση

αντίσταση[ἀντίσταση] α-ντί-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. εναντίωση σε απειλητική κατάσταση, δράση, δύναμη· σταθερή αντίδραση: δυναμική/ένοπλη (πβ. άμυνα)/ηρωική/λαϊκή/πολιτική ~ (πβ. εξέγερση, στάση). Η ~ των υπερασπιστών της χώρας. ~ στα νέα μέτρα/στους πειρασμούς. Κάμπτω την ~ κάποιου. Συναντώ ~ στις επιδιώξεις μου. Πρόβαλε σθεναρή ~ μέχρι τέλους. Δεν έφερε καμία ~ (βλ. αντίρρηση). Παραδόθηκε χωρίς ~. Βλ. υποχώρηση.|| (με κεφαλ. το αρχικό Α, οργάνωση που αγωνίζεται ενάντια σε κατοχικές δυνάμεις ή δικτατορικά καθεστώτα:) Μέλος της ~ης (= αντιστασιακός). Έλαβε μέρος στην ~.|| Ακολουθεί τον δρόμο της ελάχιστης ~ης. Βλ. πυρ~. 2. ΗΛΕΚΤΡ. (σύμβ. R) η δυσκολία που προβάλλει ένας αγωγός στη διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος, με αποτέλεσμα τη μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε θερμική και ειδικότ. ο ίδιος ο αγωγός, ο αντιστάτης: δυναμική/επαγωγική/ηλεκτρική/μεταβλητή (βλ. ρεοστάτης)/μιγαδική/στατική/σύνθετη (= εμπέδηση)/φυσική/χαμηλή/ωμική ~. ~ γείωσης (: για μείωση της έντασης τυχόν ρευμάτων διαρροής σε περίπτωση βραχυκυκλώματος)/εισόδου/εξόδου/ηλεκτροδίου/καθόδου/λαμπτήρα/μόνωσης/πυκνωτή/σύρματος.|| Πτώση τάσης στις ~άσεις. Η ~ κάηκε/υπερθερμάνθηκε. Βλ. αγωγιμότητα, μαγνητο~, φωτο~. 3. ΦΥΣ. δύναμη που εναντιώνεται στην κίνηση: (αυξημένη/μειωμένη/υψηλή) αεροδυναμική/μυϊκή/υδροδυναμική ~. ~ τριβής. Η ~ του αέρα/ρευστού. ~ στην κάμψη/στρέψη. 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η δυνατότητα ενός οργανισμού να αντιμετωπίζει μόλυνση ή ασθένεια: Το νέφος προκαλεί μειωμένη ~ στα κρυολογήματα. 5. (καταχρ.) αντοχή, ανθεκτικότητα: ~ ενός ιού στα αντιβιοτικά/ενός υλικού στη φωτιά. Το παραβολικό κάτοπτρο έχει μεγάλη ~ στον άνεμο.|| ~ στην αλλαγή/στον χρόνο.|| Έπεσαν οι ~άσεις του και δέχτηκε τον συμβιβασμό (: εξασθένησαν οι αμυντικοί μηχανισμοί). ● ΣΥΜΠΛ.: (Εθνική) Αντίσταση: ΙΣΤ. το σύνολο των οργανώσεων στην Ελλάδα που έδρασαν ενάντια στις δυνάμεις Κατοχής κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο., παθητική/ενεργητική αντίσταση: άρνηση εκτέλεσης εντολής χωρίς βία/με χρήση βίας: Παθητική ~ των εργαζομένων (πβ. ανυπακοή, πάλη).|| Παθητική ~ του καταναλωτή. ● ΦΡ.: αντίσταση κατά της Αρχής: ΝΟΜ. βίαιη απείθεια εναντίον κρατικού οργάνου, ώστε να μην πράξει το καθήκον του: Συνελήφθη για ~ ~ και σωματική βλάβη. [< γαλλ. résistance contre l΄ autorité] , κάνω αντίσταση: δρω οργανωμένα κατά μιας εξουσίας, είμαι μέλος αντιστασιακής οργάνωσης., κρατώ αντίσταση 1. αντιστέκομαι. 2. κρατάω κόντρα., βρίσκει αντίσταση βλ. βρίσκω [< μτγν. ἀντίστασις, γαλλ. résistance]

ασφάλεια

ασφάλεια[ἀσφάλεια] α-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών} 1. προστασία από κίνδυνο, τραυματισμό, βλάβη, ζημιά, καθώς και τα συναφή προστατευτικά μέτρα: δημόσια/διεθνής/εθνική/εναέρια/εργασιακή/κρατική/νομική/οικονομική/περιβαλλοντική/υγειονομική ~. Πυρηνική/στρατιωτική/συλλογική ~. ~ αεροσκάφους/πλοίου/φορτίου. ~ τροφίμων. Τεχνικοί ~είας. Για μεγαλύτερη ~. Για λόγους ~είας. Η ~ της πόλης/του σπιτιού/των συνόρων. Η στατική ~ της κατασκευής. ~ των καταναλωτών/των πολιτών. Η υγιεινή και ~ των εργαζομένων. Υποδείξεις για ~ από ηλεκτρισμό/σεισμό. Πρόληψη και ~. Βρίσκω/παρέχω ~. Δεν ετέθη σε κίνδυνο η ~ των επιβατών. Απειλείται/διακυβεύεται/εδραιώνεται η ~. Βλ. βιο~, πυρ~. 2. κατάσταση ή αίσθηση απουσίας κινδύνου: συναισθηματική ~. Αίσθημα ~ας. ~ και σιγουριά. Νιώθω ~ στο σπίτι μου. ΑΝΤ. ανασφάλεια 3. (ειδικότ.) διασφάλιση, κατοχύρωση, διαφύλαξη του απορρήτου: (ΝΟΜ.) εμπράγματη ~. Περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται ως ~ (= εγγύηση) για την αγορά.|| Απόλυτη/αυξημένη/υψηλή ~. ~ επικοινωνίας. ~ πληροφοριών/στοιχείων. Ηλεκτρονικές συναλλαγές με ~ των δεδομένων. 4. βεβαιότητα, σιγουριά: Πρόβλημα που δεν μπορεί να υπολογιστεί με ~. Συμπέρασμα που προκύπτει με ~. Με ~ προβλέπεται ότι … 5. (με κεφαλ. το αρχικό Α) υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, αρμόδια για τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης· συνεκδ. το κτίριο όπου εδρεύει: Γενική/(παλαιότ.) Ειδική ~. Η ~ ερευνά την υπόθεση και εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα.|| Ο δράστης/κατηγορούμενος κρατείται/προσήχθη στην ~. Μάρτυρες που κλήθηκαν στην ~, για να εξεταστούν. 6. φρουρά: ιδιωτική ~. Η προσωπική ~ του Υπουργού. Ειδοποιώ την ~ του κτιρίου. Βλ. σεκιούριτι. 7. ασφαλιστική εταιρεία, σύμβαση, ασφαλιστικό ταμείο, γενικότ. ασφάλιση: Η ~ καλύπτει τη ζημιά.|| Ιδιωτική/μικτή/ομαδική/προαιρετική/ταξιδιωτική/υποχρεωτική ~. ~ κλοπής/περίθαλψης/περιουσίας/σύνταξης/υγείας. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας/σκάφους. Εμπειρογνώμονες/μεσίτες ~ών. Κάνω ~ (: υπογράφω συμβόλαιο).|| (για ασφάλιστρα) Πληρώνω την ~. Ακριβή/φτηνή ~.|| (προφ.) Θα εισπράξει την ~ (= την αποζημίωση).|| Έχω ~ (δημοσίου). Βλ. αντ~, τραπεζοασφάλειες. 8. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή που χρησιμοποιείται για την προστασία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος από ρεύμα με ένταση μεγαλύτερη από το κανονικό: Έπεσε/κάηκε η ~ (του γενικού διακόπτη). Συσκευές με ενσωματωμένη αυτόματη ~ κατά της υπερθέρμανσης. Βλ. ρελέ. 9. μηχανισμός για προστασία, αποτροπή βλάβης, ανεπιθύμητης ή επικίνδυνης λειτουργίας: Η ~ του όπλου (: που εμποδίζει την τυχαία εκπυρσοκρότησή του).|| (σε αυτοκίνητο) Κλείνω την πόρτα και βάζω ~.ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει προστασία: διακόπτης/συναγερμός/φωτιστικά ~. Ρολά ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αντίγραφα ~ (= μπακ-απ). Κενό ασφαλείας. Κωδικός ~ (= πάσγουορντ ή πιν). ● ΣΥΜΠΛ.: ασφάλεια ζωής: σύμβαση με ασφαλιστική εταιρεία η οποία αναλαμβάνει τα έξοδα ιατρικής περίθαλψης ή την καταβολή αποζημίωσης, σε περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος του ασφαλισμένου. [< γαλλ. assurance (sur la) vie] , ασφάλεια πυρός: ασφάλιση που καλύπτει ενδεχόμενη πυρκαγιά: ~ ~ και άλλων κινδύνων (π.χ. κλοπής/σεισμού). ~ ~ αυτοκινήτου/επιχείρησης/σπιτιού. Παρέχεται ~ ~. (βλ. πυρασφάλεια), δυνάμεις Ασφαλείας: αστυνομικές δυνάμεις επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της τάξης. Βλ. ΜΑΤ. [< αγγλ. security forces, 1948] , ενεργειακή ασφάλεια: προστασία από τον κίνδυνο εξάντλησης των αποθεμάτων ενέργειας. [< αγγλ. energy security, 1960], ενεργητική ασφάλεια: που παρέχεται στον οδηγό από τα διάφορα συστήματα του αυτοκινήτου για την αποφυγή ατυχήματος (π.χ. σύστημα πέδησης, ABS, TCS)., κοινωνική ασφάλεια (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Κ,Α): παροχή οικονομικής βοήθειας και υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας από ένα κράτος στους πολίτες: ~ ~ και κοινωνική αρωγή. Δίκαιο (της) ~ής ~ας. Πβ. κοινωνική ασφάλιση., μέτρα ασφαλείας: σύνολο μέτρων για την πρόληψη επαπειλούμενης διατάραξης της δημόσιας τάξης (όπως: κλοπής, κατασκοπείας, τρομοκρατικών ενεργειών): αυστηρά/δρακόντεια/έκτακτα/ισχυρά ~ ~. Ειδικά ~ ~ έλαβε η αστυνομία κατά τη διεξαγωγή του αγώνα. [< αγγλ. security measures, 1952] , οδική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία όσων κινούνται στο οδικό δίκτυο: ~ ~ και κυκλοφοριακή αγωγή. [< αγγλ. road safety, γαλλ. sécurité routière] , παθητική ασφάλεια: που παρέχει η καμπίνα και γενικότ. το αμάξωμα στους επιβάτες σε περίπτωση σύγκρουσης. [< αγγλ. passive security] , πληροφορίες ασφαλείας: (κυρ. σε προϊόντα ή υπηρεσίες) οδηγίες για την διασφάλιση της σωστής χρήσης τους και την προστασία του καταναλωτή ή του χρήστη., Συμβούλιο Ασφαλείας: ΠΟΛΙΤ. μόνιμο Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών, υπεύθυνο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας, με πέντε μόνιμα κράτη-μέλη και δέκα επιλεγμένα εκ περιτροπής μεταξύ άλλων κρατών-μελών: Αποφάσεις/ψηφίσματα του ~ίου ~είας. [< αγγλ. Security Council, 1946] , συστήματα ασφαλείας {σπανιότ. στον εν.}: τεχνολογικά προϊόντα διαφόρων ειδών που έχουν ως σκοπό την αποτροπή κινδύνου: ηλεκτρονικά/προηγμένα/σύγχρονα ~ ~. ~ ~ και πυρανίχνευσης/συναγερμού. Πβ. σύστημα προστασίας. [< αγγλ. security systems] , Σώματα Ασφαλείας: το Αστυνομικό, το Λιμενικό και το Πυροσβεστικό Σώμα και το προσωπικό που υπηρετεί στα Σώματα αυτά: Οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα ~ ~ (= δημόσια δύναμη)., τιμή ασφαλείας: (κυρ. για αγροτικά προϊόντα) τιμή κάτω από την οποία δεν μπορεί να πωληθεί κάτι: κατώτατη ~ ~., υψίστης ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει τη μέγιστη ασφάλεια: μέτρα/φυλακές ~ ~., φυσική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται για την προστασία του προσωπικού και των δεδομένων μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού από φυσικές καταστροφές. [< αγγλ. physical security] , αντίγραφο ασφαλείας βλ. αντίγραφο, απόσταση ασφαλείας βλ. απόσταση, ασφαλιστική δικλείδα/δικλείδα ασφαλείας βλ. δικλείδα, ζώνη ασφαλείας βλ. ζώνη, κάμερα ασφαλείας βλ. κάμερα, κλειδαριά ασφαλείας βλ. κλειδαριά, πιστοποιητικό ασφαλείας βλ. πιστοποιητικό, πόρτα ασφαλείας βλ. πόρτα, προσωπικό ασφαλείας βλ. προσωπικό, Τάγματα Ασφαλείας βλ. τάγμα, φως ασφαλείας βλ. φως ● ΦΡ.: με ασφάλεια: με τρόπο που να παρέχει προστασία από κίνδυνο: Οδηγώ/ταξιδεύω ~ ~., ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία [< 1: αρχ. ἀσφάλεια 2,3,4,6,7: γαλλ. sécurité, sûreté 5: αγγλ. insurance, γαλλ. assurance]

γεννήτρια

γεννήτριαγεν-νή-τρι-α ουσ. (θηλ.) {γεννητρι-ών}: ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανή μετατροπής της μηχανικής ενέργειας σε ηλεκτρική: εφεδρική/ηλεκτρική/φωτοβολταϊκή ~. ~ συνεχούς ρεύματος (= δυναμό)/εναλλασσόμενου ρεύματος (= εναλλακτήρας). Η ισχύς/η τάση της ~ας. ~ες βενζίνης/πετρελαίου. Βλ. αεριο~, ανεμο~, ατμο~, ντιζελο~, στροβιλο~, κινητήρας. ΣΥΝ. ηλεκτρογεννήτρια ● ΣΥΜΠΛ.: γεννήτρια παλμών βλ. παλμός [< μτγν. γεννήτρια 'μητέρα', γαλλ. génératrice]

ενεργητικό

ενεργητικό[ἐνεργητικό] ε-νερ-γη-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. -ΛΟΓΙΣΤ. το σύνολο των οικονομικών αγαθών μιας επιχείρησης, τα περιουσιακά της στοιχεία: καθαρό/συνολικό/τοξικό/τρέχον ~. Διαθέσιμο (: χρήματα και καταθέσεις)/κυκλοφορούν (: γραμμάτια, ομόλογα, πρώτες ύλες)/πάγιο (: εξοπλισμός, κτίρια, μεταφορικά μέσα, οικόπεδα, πελατεία) ~. Αύξηση του ~ού. Η εταιρεία εμφάνισε/παρουσίασε ~ ... εκατομμυρίων ευρώ. Βλ. ισολογισμός. ΑΝΤ. παθητικό ● ΦΡ.: στο ενεργητικό του/της: στις επιδόσεις, στα κατορθώματά του: Έχει (εγγράψει) πολλές επιτυχίες/σημαντικά επιτεύγματα ~ ~. Πρόσθεσε μια ακόμη νίκη ~ ~. [< γαλλ. (avoir) à son actif] [< γαλλ. actif]

ευθανασία

ευθανασία[εὐθανασία] ευ-θα-να-σί-α ουσ. (θηλ.): ενέργεια ή πρακτική κατά την οποία προκαλείται ή επιτρέπεται εσκεμμένα ο θάνατος ανθρώπων που πάσχουν από ανίατη νόσο ή τραυματισμό ή που βρίσκονται σε μη αναστρέψιμο κώμα· γίνεται με ανώδυνο τρόπο και συνήθ. μετά από επιθυμία του ασθενή: ακούσια/εκούσια ~. Ένεση ~ας. Έκανε ~. Eπιχειρήματα υπέρ και κατά της ~ας. Χώρες όπου επιτρέπεται η ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ αδέσποτων/κατοικιδίων. Βλ. βιοηθική. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική ευθανασία: που γίνεται με τη χορήγηση θανατηφόρου σκευάσματος, ώστε να επέλθει η δηλητηρίαση και ο θάνατος., παθητική ευθανασία: που γίνεται με τη διακοπή παροχής βοήθειας (με αποσύνδεση μηχανημάτων υποστήριξης βασικών λειτουργιών της ζωής, μη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής ή αίματος) σε ασθενή, στερώντας του τη δυνατότητα να συνεχίσει να ζει. [< μτγν. εὐθανασία 'καλός, ήσυχος θάνατος', γαλλ. euthanasie, 1907, αγγλ. euthanasia]

μάθηση

μάθησημά-θη-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία απόκτησης γνώσεων, δεξιοτήτων, βιωμάτων και εμπειριών, μέσω διδασκαλίας ή αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον: ατομική/δημιουργική/εξατομικευμένη/ηλεκτρονική/κινητή/κοινωνική/προσωπική/(ομαδο)συνεργατική ~. ~ με δοκιμή και λάθος. Δίψα/ευκαιρίες/θέληση/κίνητρα για ~. Θεωρίες ~ης. Πβ. εκπαίδευση, μόρφωση. Βλ. φιλομάθεια. ΣΥΝ. εκμάθηση ΑΝΤ. αμάθεια ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική/ενεργή/ενεργός μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. εκπαιδευτική διαδικασία κατά την οποία ο μαθητής συμμετέχει ενεργά και αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Bλ. ανακαλυπτική μάθηση., κινητή μάθηση & κινητή εκπαίδευση: της οποίας ο αποδέκτης δεν βρίσκεται σε σταθερή, προκαθορισμένη θέση και επιτυγχάνεται μέσω της κινητής τεχνολογίας (κινητό τηλέφωνο, λάπτοπ, άιπαντ, άιποντ, εμ-πι-θρι). Βλ. ηλεκτρονική εκπαίδευση. [< αγγλ. mobile/m- learning, 2001] , παθητική μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. τρόπος διδασκαλίας κατά τον οποίο ο μαθητής δεν έχει συμμετοχικό ρόλο. Βλ. δασκαλοκεντρικός. [< αγγλ. passive learning] , ανακαλυπτική μάθηση βλ. ανακαλυπτικός, ανεπίδεκτος μαθήσεως βλ. ανεπίδεκτος, άτυπη εκπαίδευση/μάθηση βλ. εκπαίδευση, βιωματική μάθηση βλ. βιωματικός, διά βίου μάθηση/εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, διερευνητική μάθηση βλ. διερευνητικός, εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. εκπαίδευση, επίσημη/τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, μη επίσημη/μη τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, μηχανική μάθηση βλ. μηχανικός, συντελεστική μάθηση βλ. συντελεστικός ● ΦΡ.: η επανάληψη είναι μητέρα της μάθησης/μαθήσεως & (αρχαιοπρ.) επανάληψις μήτηρ (πάσης) μαθήσεως: η επανάληψη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη μάθηση. [< αρχ. μάθησις]

μέση

μέσημέ-ση ουσ. (θηλ.) 1. το τμήμα του ανθρώπινου σώματος που βρίσκεται ανάμεσα στον θώρακα και τα ισχία· συνεκδ. το αντίστοιχο μέρος ενδύματος: λεπτή ~. Ανατομικό μαξιλάρι/ορθοπεδική ζώνη ~ης. Ασκήσεις για τη ~. Πόνοι στη ~ (πβ. οσφυαλγία). Από τη ~ και κάτω/πάνω. Πιάστηκε η ~ μου. Στάθηκε με τα χέρια στη ~. Μ' έπιασε από τη ~. Πβ. οσφύς.|| Το σακάκι μού είναι λίγο στενό στη ~ (βλ. μεσάτος). 2. το μεσαίο ή το κεντρικό τμήμα ενός αντικειμένου, μιας έκτασης: καρπούζι/λεμόνι κομμένο στη ~ (: στα δύο). Φόρμα του κέικ με τρύπα στη ~. Στη ~ (= κέντρο) του δωματίου. Γέμισε το ποτήρι μέχρι/ως τη ~.|| Ιστορία με αρχή, ~, τέλος. ΣΥΝ. μέσο (2) 3. το μέσο χρονικού διαστήματος, διαδικασίας: στη ~ (= στα μέσα) της σχολικής χρονιάς/του χειμώνα (= μεσοχείμωνο). Έφυγε στη ~ του μαθήματος. Είναι στη ~ της θητείας του. ● Υποκ.: μεσούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: τσαντάκι μέσης βλ. τσάντα ● ΦΡ.: αφήνω/παρατάω στη μέση (μτφ.-προφ.): δεν ολοκληρώνω κάτι που έχω ξεκινήσει να κάνω: ~ει ~ όποιο βιβλίο δεν του αρέσει. ~ησε ~ το φαγητό του κι έφυγε βιαστικά., βγάζω από τη μέση (μτφ.-προφ.) 1. δολοφονώ, σκοτώνω: Οι μαφιόζοι απείλησαν να τον βγάλουν από τη ~. ΣΥΝ. καθαρίζω (4) 2. εκτοπίζω, εξουδετερώνω: Αποκάλυψε το σκάνδαλο, βγάζοντας από τη ~ τους πολιτικούς του αντιπάλους., λυγίζω τη μέση (μου) (σπάν.-μτφ.): συμπεριφέρομαι με δουλοπρέπεια. Πβ. έχει εύκαμπτη μέση., μέση δαχτυλίδι (μτφ.): (για γυναίκα) πολύ λεπτή και κομψή μέση: Αποκτήστε/έχει ~ ~., μου βγήκε η μέση (μτφ.-προφ.): κουράστηκα πάρα πολύ, ταλαιπωρήθηκα: Μου ~ ~ να κουβαλήσω τα βιβλία! ΣΥΝ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι, μου βγαίνει ο κώλος, μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος, μπαίνω στη μέση (μτφ.-προφ.): παρεμβαίνω σε υπόθεση που συνήθ. δεν με αφορά άμεσα ή εμφανίζομαι ως εμπόδιο: Μπήκε στη ~ προσπαθώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα. Πβ. μεσολαβώ.|| Πώς να κρατήσει μια σχέση, όταν ~ει στη ~ το εγώ;, τον έβαλαν στη μέση 1. τον περικύκλωσαν: ~ ~ και τον χτυπούσαν όλοι μαζί. 2. (μτφ.) τον ανάγκασαν να παίξει διαμεσολαβητικό ρόλο: Τον βάλανε ~ ν' αποφασίσει/να πάρει το μέρος ενός από τους δύο., φεύγω/βγαίνω απ' τη μέση (μτφ.-προφ.): σταματώ να διαδραματίζω σημαντικό ρόλο, απομακρύνομαι: Ποιοι είχαν συμφέρον να φύγει/να βγει από τη ~ ο πρόεδρος;, βρίσκομαι/είμαι στο πουθενά/στη μέση του πουθενά βλ. πουθενά, μένει στη μέση βλ. μένω, μέσες άκρες βλ. άκρη, στη μέση του δρόμου βλ. δρόμος, χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση βλ. χτύπημα [< αρχ. μέση]

μεταφορά

μεταφοράμε-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση από ένα σημείο ή τόπο σε άλλο: ασφαλής/δωρεάν/μαζική ~. ~ ανθρωπιστικής βοήθειας/επίπλων/οστών (πβ. ανα-, μετα-κομιδή)/τροφίμων/υλικών/φορτίων (πβ. κουβάλημα). ~ με αεροπλάνο/αυτοκίνητο/πλοίο. Το βάζο έσπασε κατά τη ~. ~ νερού προς τα άνυδρα νησιά. Διασυνοριακή ~ αποβλήτων. Έξοδα/θήκη/σάκος/συσκευασία ~άς.|| ~ της έδρας μιας εταιρείας. ~ εκλογικών δικαιωμάτων (πβ. μεταδημότευση). ~ προσωπικού σε διάφορες υπηρεσίες του δημοσίου (πβ. μετάταξη).|| (για πρόσ.) ~ ασθενών (πβ. διακομιδή)/λαθρομεταναστών (πβ. διακίνηση)/μαθητών (με σχολικά λεωφορεία)/στρατευμάτων. Ταξιδιωτικό πακέτο για διαμονή και ~ κατ' άτομο.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Ανοδική ~ του αέρα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ δανείου (σε άλλη τράπεζα)/κεφαλαίων/ποσού/υπολοίπου (σε άλλο λογαριασμό). Τραπεζική ~ χρημάτων (πβ. έμβασμα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δεδομένων από το κινητό στον υπολογιστή. Πρωτόκολλο ~άς Υπερκειμένου (= HTTP).|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ γραμμής/σύνδεσης/τηλεφώνου. ~ κλήσης σε διαφορετική τηλεφωνική γραμμή ή αριθμό (βλ. εκτροπή). Βλ. τηλε~. 2. αναβολή, μετάθεση σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο: ~ αργίας/ημερομηνίας εξετάσεων στις ... ~ μαθημάτων στην εξεταστική του Σεπτεμβρίου. Πβ. μετατόπιση. 3. ανακοίνωση, γνωστοποίηση, μετάδοση: ~ μηνυμάτων/πληροφοριών. Πβ. δια-, μετα-βίβαση. 4. ΓΛΩΣΣ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μια λέξη ή φράση χρησιμοποιείται με διαφορετική από την κυριολεκτική της σημασία, σε ορισμένο γλωσσικό περιβάλλον, προκειμένου να καταστεί πιο αισθητό, εκφραστικό το νόημα· βασίζεται σε μια λανθάνουσα αναλογία ή ομοιότητα ανάμεσα στη λέξη που λέγεται και σε αυτή που εννοείται: π.χ. παγερό βλέμμα. Τολμηρή ~. || Νεκρή ~ (: αυτή που μέσω της κατάχρησης έχει χάσει τη μεταφορική της αξία, π.χ. διαπλεκόμενα συμφέροντα). Βλ. παρομοίωση. ΑΝΤ. κυριολεξία 5. προσαρμογή, διασκευή λογοτεχνικού συνήθ. έργου, προκειμένου να παρουσιαστεί με άλλο καλλιτεχνικό κυρ. μέσο: θεατρική/κινηματογραφική/τηλεοπτική ~ βιβλίου. Ελεύθερη/πιστή/ρεαλιστική ~ του μυθιστορήματος στην οθόνη. ~ παραμυθιού επί σκηνής. ~ της ζωής (κάποιου) σε ταινία. ~ ενός μύθου στη σύγχρονη εποχή. 6. μετάφραση: ~ ξένου έργου/όρου στα Ελληνικά. Πβ. απόδοση, μεταγλώττιση. 7. ΜΟΥΣ. εκτέλεση μουσικής σύνθεσης σε άλλον τόνο, χαμηλότερο ή υψηλότερο: ~ μελωδίας από το κλειδί του σολ στο κλειδί του φα. Πβ. τρανσπόρτο. 8. ΦΥΣ. ροή θερμικής ή ηλεκτρικής ενέργειας από ένα σύστημα σε άλλο: ~ μάζας/ρεύματος. Μετάδοση της θερμότητας με ~ στα υγρά και τα αέρια.μεταφορές (οι): τομέας οικονομικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει το σύνολο των μέσων και των τρόπων με τους οποίους γίνεται η μετακίνηση ανθρώπων, αγαθών: ακτοπλοϊκές/αστικές/διεθνείς/εθνικές/εμπορευματικές/εναέριες/επιβατικές/θαλάσσιες/οδικές/σιδηροδρομικές/συνδυασμένες (: με δύο ή περισσότερα διαφορετικά μέσα μεταφοράς)/σχολικές/χερσαίες ~. Δίκτυο/εταιρεία ~ών. ~ εξωτερικού/εσωτερικού. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική/ενεργός μεταφορά: ΒΙΟΧ. διεργασία που απαιτεί κατανάλωση ενέργειας για τη μετακίνηση μορίων ή ιόντων μέσω κυτταρικής μεμβράνης. [< αγγλ. active transport, 1937] , εννοιολογική μεταφορά: ΓΛΩΣΣ. γλωσσικός μηχανισμός που επιτρέπει την απόδοση μιας αφηρημένης έννοιας (υποκειμενικής εμπειρίας) μέσω μιας απτής και συγκεκριμένης (αισθησιοκινητικής εμπειρίας): π.χ. έρχονται δύσκολα χρόνια, πέρασε η ώρα (: σύλληψη του χρόνου ως κινούμενου αντικειμένου σε σχέση με τον ομιλητή). [< αγγλ. conceptual metaphor] , Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς (συντομ. ΜΜΜ) & Μέσα (Μαζικής) Συγκοινωνίας: λεωφορεία, μετρό, τρόλεϊ, τραμ, τρένα, πλοία και αεροπλάνα που χρησιμοποιούνται για τη μετακίνηση του επιβατικού κοινού: ηλεκτροκίνητα ~ ~. Βλ. μέσα σταθερής τροχιάς., παθητική μεταφορά: ΒΙΟΧ. διεργασία κατά την οποία γίνεται μετακίνηση μορίων ή ιόντων μέσω κυτταρικής μεμβράνης, χωρίς κατανάλωση ενέργειας, δηλ. με διάχυση ή όσμωση. [< αγγλ. passive transport, 1953] , γραμμή μεταφοράς βλ. γραμμή, μεταφορά τεχνολογίας βλ. τεχνολογία ● ΦΡ.: εις μεταφοράν/εκ μεταφοράς: ΛΟΓΙΣΤ. (για αθροιστικό ποσό που καταγράφεται σε λογιστικό βιβλίο) που πρόκειται να μεταφερθεί στην επόμενη σελίδα ή μεταφέρθηκε από την προηγούμενη, αντίστοιχα. [< 1,4: μτγν. μεταφορά, γαλλ. transport, αγγλ. transfer 4: αρχ. ~, γαλλ. métaphore, αγγλ. metaphor]

πυροπροστασία

πυροπροστασίαπυ-ρο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των μέτρων που αποβλέπουν στην προστασία από πυρκαγιές: δομική ~. ~ κτιρίων. Έργα/κανονισμός/μελέτη/συστήματα ~ας. Βλ. πολιτική προστασία, πυροφύλαξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια: που αποβλέπει στην άμεση αντιμετώπιση της πυρκαγιάς, πριν αυτή γίνει ανεξέλεγκτη: μέτρα ~ής ~ας (καταιονητήρες, πυροσβεστήρες, πυροσβεστικές φωλιές, συστήματα πυρανίχνευσης)., παθητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται κατά την ανέγερση οικοδομής για την έγκαιρη και ασφαλή διαφυγή από αυτή σε περίπτωση πυρκαγιάς και για τον περιορισμό της ταχύτητας εξάπλωσης της φωτιάς: ~ ~ ενός κτιρίου. Μελέτη/σύστημα/υλικά ~ής ~ας. Βλ. πυροδιαμέρισμα. [< αγγλ. fire protection]

κάπνισμα

κάπνισμακά-πνι-σμα ουσ. (ουδ.) {καπνίσμ-ατος} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καπνίζω: καθημερινό/περιστασιακό/συμβατικό (βλ. άτμισμα) ~. ~ πίπας/πούρου/τσιγάρου. ~ και καρδιοπάθειες/καρκίνος (του λάρυγγα/πνεύμονα/φάρυγγα)/υγιεινή του στόματος. Η συνήθεια του ~ατος. Νέοι και πρόληψη του ~ατος. Βιβλίο αναφοράς/ιατρείο διακοπής ~ατος. Εκστρατεία/φάρμακα/χάπι κατά του ~ατος (βλ. τσιρότο). Παγκόσμια Ημέρα κατά του ~ατος (: η 31η Μαΐου). Απαλλαγή/εξάρτηση από το ~. Το ~ βλάπτει τη γονιμότητα/το δέρμα/σοβαρά την υγεία. Απαγορεύεται το ~ σε δημόσιους χώρους. Αρχίζω/κόβω/σταματώ το ~ (: το τσιγάρο). Πβ. άτμισμα, φούμα, φουμάρισμα. Βλ. νικοτίνη.|| (κατ' επέκτ., για ναρκωτικά:) ~ μαριχουάνας. 2. (σπανιότ.) εκπομπή καπναερίων: ~ της τσιμινιέρας. 3. ειδική επεξεργασία τροφίμων για να γίνουν καπνιστά· γενικότ. έκθεση σε καπνό: (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) θερμό/υγρό/ψυχρό ~. ~ κρεάτων/ψαριών. Αρωματικά ξύλα/(ηλεκτρικός) φούρνος ~ατος. Βλ. πάστωμα.|| (στη μελισσοκομία) ~ της κυψέλης/των μελισσών (: για να ζαλιστούν οι μέλισσες και να γίνουν ακίνδυνες για την επιθεώρησή τους ή για τη συγκομιδή του μελιού). ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητικό κάπνισμα: το κάπνισμα ως εκούσια δραστηριότητα., παθητικό κάπνισμα: έκθεση ενός μη καπνιστή στον καπνό τσιγάρων και ακούσια εισπνοή του. [< αγγλ. passive smoking, 1971] , τριτογενές κάπνισμα: το αόρατο τοξικό μίγμα που προσκολλάται στα μαλλιά και τα ρούχα των καπνιστών, αλλά και των παρευρισκομένων, καθώς και στα αντικείμενα του χώρου καπνίσματος και το οποίο δεν απομακρύνεται με τον αερισμό. [< μτγν. κάπνισμα 'θυμιάτισμα', γαλλ. fumage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.