Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ενεργοποιώ [ἐνεργοποιῶ] ε-νερ-γο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ενεργοποι-είς ..., -ώντας | ενεργοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. θέτω σε λειτουργία ή ισχύ: ~ το κινητό (= ανοίγω). Έχει ~ηθεί ο λογαριασμός/η σύνδεση. ~ημένος: συναγερμός.|| ~ήθηκε ο νόμος περί ... Πβ. θέτω/βάζω σε ενέργεια. Βλ. επαν~. ΑΝΤ. απενεργοποιώ 2. (μτφ.) δραστηριοποιώ, κινητοποιώ: Η αισιοδοξία του μας ~εί και μας ενθαρρύνει. Ζητήθηκε να ~ηθεί άμεσα η Επιτροπή Ανταγωνισμού. ~ώντας τη μνήμη. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. activate, γαλλ. activer]

-ποιώ

-ποιώ(λόγ.) β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του 1. κάνω κάτι: αξιο~ (βλ. -λογώ)/γνωστο~/ενοχο~/εντατικο~/ποινικο~.|| (με πρόθ.) Εκ~. 2. δίνω συγκεκριμένη μορφή: ψηφιο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.