Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ενοχή [ἐνοχή] ε-νο-χή ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. η ευθύνη που φέρει κάποιο πρόσωπο για την τέλεση, από μέρους του, αξιόποινης πράξης και ειδικότ. απόδοση ποινικά κολάσιμης πράξης σε δράστη: Αυταπόδεικτη ~. Αποδείξεις/ενδείξεις/στοιχεία ~ής. Αρνείται/ομολόγησε/παραδέχθηκε την ~ του. Πβ. υπαιτιότητα. Βλ. συν~.|| Απόφαση επί της ~ής. Ο εισαγγελέας πρότεινε την ~ του. ΑΝΤ. αθωότητα (1) 2. ΝΟΜ. (στο αστικό δίκαιο) έννομη σχέση στην οποία ένα πρόσωπο υποχρεώνεται να προβεί σε ορισμένη πράξη ή παράλειψη έναντι άλλου: χρηματική ~. Απόσβεση της ~ής. Το αντικείμενο της ~ής (= παροχή).ενοχές (οι): δυσάρεστο συναίσθημα που κυριαρχεί στη συνείδηση κάποιου που καταλαβαίνει ότι έχει διαπράξει κάτι κακό ή ανήθικο: ~ για το παρελθόν/τον φόνο. Πλέγμα ~ών. Έχω/νιώθω ~. Ζει/παλεύει με τις ~ του. Πβ. αναστολές, ερινύες, τύψεις. [< μεσν. ενοχή, γαλλ. culpabilité]