Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ενσυναίσθηση [ἐνσυναίσθηση] εν-συ-ναί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ενσυναίσθημα (το): ΨΥΧΟΛ. ικανότητα επίγνωσης και κατανόησης της ψυχικής κατάστασης, των αναγκών, των ανησυχιών, των σκέψεων ενός προσώπου: γνωστική/συναισθηματική ~. Καλλιέργεια της δεξιότητας της ~ης (= συναισθηματικής ταύτισης) στο σχολείο. [< αγγλ. empathy, 1904, γαλλ. empathie, 1960]