Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 7 εγγραφές  [1-7]


  • εξάγω [ἐξάγω] ε-ξά-γω ρ. (μτβ.) {παρατ. εξήγε, αόρ. εξήγαγε, εξαγάγει, εξά-χθηκε (λόγ. εξήχθη, μτχ. εξαχθείς), -χθεί, εξαγ-όμενος, εξάγ-οντας} 1. (για προϊόντα) πουλώ στο εξωτερικό· (για αγαθά, γνώσεις, αξίες) μεταφέρω, διαδίδω σε ξένη χώρα: ~ εμπορεύματα/μηχανήματα/πετρέλαιο/τρόφιμα. Παράγουν και ~ουν υπολογιστές. ~όμενα: είδη.|| Η εταιρεία ~ει τεχνογνωσία. ~εται συνάλλαγμα (πβ. εκρέει). ΑΝΤ. εισάγω (1). Βλ. επαν~. 2. (λόγ.) βγάζω, αφαιρώ, αντλώ: ~ μέταλλο από μετάλλευμα/ορυκτά (πβ. εξορύσσω). Το ελαιόλαδο ~εται με σύνθλιψη της ελιάς. Το δόντι πρέπει να ~χθεί. 3. {συνήθ. στην παθ. φωνή} (λόγ.) οδηγούμαι σε ένα αποτέλεσμα, καταλήγω: ~ χρήσιμα συμπεράσματα. (συνηθέστ.) ~εται (= απορρέει, προκύπτει) αβίαστα (το συμπέρασμα) ότι/πως ... Από το σύνολο των δεδομένων ~χθηκε ένας γενικός κανόνας. Πβ. συνάγω. ● βλ. εξαγόμενο [< 1,2: αρχ. ἐξάγω, γαλλ. extraire 3: γαλλ. déduire]
  • εξαγωγέας [ἐξαγωγέας] ε-ξα-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εξαγωγ-είς, -έων} 1. (συνήθ. για έμπορο ή εταιρεία) που εξάγει προϊόντα σε άλλες χώρες: εγκεκριμένος ~. Παραγωγός και ~. ~είς ενδυμάτων/υπηρεσιών.|| (για χώρα) ~ καφέ/πετρελαίου/φυσικού αερίου. ΑΝΤ. εισαγωγέας 2. ΤΕΧΝΟΛ. {μόνο αρσ.} (σπάν.) εργαλείο που χρησιμοποιείται για να αφαιρεθεί, τραβηχτεί κάτι: ~ καρφιών/φελλού. Πβ. εξολκέας. Βλ. μελιτο~. [< 1: πβ. αρχ. ἐξαγωγεύς ‘που οδηγεί έξω, οδηγός’ 2: γαλλ. extracteur]
  • εξαγωγή [ἐξαγωγή] ε-ξα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. (για προϊόντα) μεταφορά και πώληση στο εξωτερικό· (για αγαθά, γνώσεις, αξίες) διάδοση σε ξένη χώρα: ~ καυσίμων. Πετρέλαιο που προορίζεται για ~. ~ές γεωργικών ειδών/δομικών υλικών. Παράνομη ~ όπλων (πβ. διακίνηση).|| ~ κεφαλαίων/συναλλάγματος (πβ. εκροή). ~ πολιτισμού/τεχνογνωσίας.|| (συνεκδ.) Προώθηση ~ών (= των εξαγόμενων εμπορευμάτων). ΑΝΤ. εισαγωγή (1). Βλ. επαν~. 2. αφαίρεση, απόσπαση τμήματος από σύνολο, διαχωρισμός στοιχείων από μείγμα με χημικά, φυσικά ή τεχνικά μέσα: ~ φελλού (από μπουκάλι).|| (ΙΑΤΡ.) ~ δοντιού. Πβ. βγάλσιμο.|| ~ νερού από πηγάδι. Πβ. άντληση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων.|| (ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ.) ~ ελαίου με διαλύτες/μετάλλου με τήξη (βλ. εξόρυξη, μεταλλουργία)/μούστου για την παραγωγή κρασιού. 3. διοχέτευση στο εξωτερικό περιβάλλον, εκπομπή: ~ καυσαερίων (βλ. εξάτμιση). Ελεύθερη ~ αέρα. 4. νοητική διαδικασία με την οποία καταλήγει κάποιος σε αποτέλεσμα σύμφωνα με λογικούς κανόνες: ~ συμπεράσματος. (ΜΑΘ.) ~ τετραγωνικής ρίζας. Πβ. συναγωγή. Βλ. εξαγόμενο. ● ΣΥΜΠΛ.: εξαγωγή/εξόρυξη πληροφορίας: ΠΛΗΡΟΦ. άντληση δεδομένων. [< αγγλ. information extraction] , παράλληλες εισαγωγές/εξαγωγές βλ. παράλληλος [< αρχ. ἐξαγωγή ‘έξοδος, εξαγωγή (εμπορευμάτων)’, γαλλ. exportation, extraction, εξαγωγές, αγγλ. exports, γαλλ. exportations]
  • εξαγωγικός , ή, ό [ἐξαγωγικός] ε-ξα-γω-γι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην εξαγωγή προϊόντων: ~ός: δασμός. ~ή: πολιτική. ~ό: εμπόριο/λιμάνι. ~ές: εταιρείες/πωλήσεις. Ο ~ προσανατολισμός των επιχειρήσεων. Βλ. πετρελαιο~. ΑΝΤ. εισαγωγικός (3) 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σπανιότ.) που χρησιμεύει για να εξαχθεί, να βγει, να απομακρυνθεί κάτι από εκεί που βρίσκεται: ~ά: μηχανήματα.|| (επιστ.) ~ή: μεταλλουργία. [< μτγν. ἐξαγωγικός]
  • εξαγώγιμος , η, ο [ἐξαγώγιμος] ε-ξα-γώ-γι-μος επίθ. (επιστ.): (συνήθ. για προϊόν) που μπορεί να εξαχθεί, που προσφέρεται ή προορίζεται για εξαγωγή: ~α: αγαθά/είδη/εμπορεύματα. Τεχνογνωσία ~η σε διεθνείς αγορές.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ελληνική μουσική. Βλ. εξαγόμενος. ΑΝΤ. εισαγώγιμος [< αρχ. ἐξαγώγιμος, γαλλ. exportable]
  • εξαγωνικός , ή, ό βλ. -γωνος, εξά-
  • εξάγωνος , η, ο βλ. -γωνος, εξά-

εξαγόμενο

εξαγόμενο[ἐξαγόμενο] ε-ξα-γό-με-νο ουσ. (ουδ.) {εξαγομέν-ου} 1. ΜΑΘ. αποτέλεσμα αριθμητικού ή μαθηματικού υπολογισμού. Βλ. άθροισμα, γινόμενο, διαφορά, πηλίκο. 2. ό,τι προκύπτει ως συμπέρασμα συζήτησης, συλλογιστικής διαδικασίας, πνευματικού μόχθου: το τελικό ~ της έρευνας. Πβ. διαπίστωση, πόρισμα. ● βλ. εξάγω [< γαλλ. déduction]

εξόρυξη

εξόρυξη[ἐξόρυξη] ε-ξό-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. εξαγωγή ορυκτών ή μεταλλευμάτων από κοιτάσματα: ~ διαμαντιών/πετρελαίου/χρυσού. Λατομεία ~ης μαρμάρων. 2. ΙΑΤΡ. (για τον οφθαλμικό βολβό) χειρουργική αφαίρεση. ● ΣΥΜΠΛ.: εξόρυξη γνώσης: ΠΛΗΡΟΦ. αποκάλυψη ή παραγωγή λειτουργικής γνώσης μέσω ανάλυσης δεδομένων: ~ ~ από πολυμέσα. [< αγγλ. knowledge mining] , εξόρυξη δεδομένων & (σπάν.) πληροφοριών: ΠΛΗΡΟΦ. αυτόματη άντληση δομημένης πληροφορίας από αδόμητο σύστημα στοιχείων: ~ ~ από τον παγκόσμιο ιστό. Βλ. ανάκτηση πληροφοριών. [< αγγλ. data mining, 1968] [< μτγν. ἐξόρυξις ‘βγάλσιμο (για μάτια)’]

παράλληλος

παράλληλος, η/ος, ο πα-ράλ-λη-λος επίθ. 1. (μτφ.) που γίνεται, υπάρχει ταυτόχρονα ή με ανάλογο, παρόμοιο τρόπο με κάτι άλλο: ~ος: σκοπός/σχεδιασμός. ~η: αναζήτηση/απασχόληση/δράση/δραστηριότητα/εξέλιξη/εξυπηρέτηση(πελατών)/εργασία/θεραπεία/κυκλοφορία/παρακολούθηση/πορεία/(ερωτική) σχέση. || (ΝΟΜ.) ~η: ασφάλιση. ~ο: παιχνίδι/πρόγραμμα. ~οι: αγώνες/έλεγχοι/κόσμοι/τομείς. ~ες: εκδηλώσεις/επιδιώξεις/ιστορίες/προσπάθειες (π.χ. για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος)/συνεδρίες/συνομιλίες/υπηρεσίες. ~α: γεγονότα/έργα/μέτωπα.|| (ΑΘΛ.) ~ο: (γιγαντιαίο) σλάλομ (ανδρών/γυναικών) (: κατά το οποίο αγωνίζονται ταυτόχρονα δύο αθλητές σε ~ες πίστες). 2. που εκτείνεται στην ίδια κατεύθυνση με κάποιον άλλο, δεν τέμνεται μαζί του και η μεταξύ τους απόσταση παραμένει ίδια: ~οι: αγωγοί/άξονες/δρόμοι/σωλήνες/τοίχοι. ~ες: σειρές. Κυματοθραύστες ~οι προς την ακτή. Κατασκευή πεζόδρομου ~ου προς την οδική αρτηρία. Ευθεία ~η προς το έδαφος.|| ~ο: παρκάρισμα. 3. ΠΛΗΡΟΦ. που αναφέρεται σε ταυτόχρονες διαδικασίες, όπως επεξεργασία δεδομένων, λειτουργία προγραμμάτων, υπολογιστών: ~ος: αλγόριθμος/προγραμματισμός/υπολογισμός. ~η: πρόσβαση. ~ο: καλώδιο/σύστημα. ΑΝΤ. σειριακός 4. ΓΕΩΜ. (για επίπεδα) που δεν έχουν κανένα κοινό σημείο. ● Ουσ.: παράλληλος (η): οδός παράλληλη προς άλλη: πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~ λεωφόρου. ● επίρρ.: παράλληλα & (λόγ.) παραλλήλως: ~ προς ... (ΗΛΕΚΤΡ.) Σύνδεση λαμπτήρων σε σειρά και ~ (= σε παραλληλία).|| Τα εργαστήρια θα λειτουργήσουν ~.|| Το σπίτι είναι διακοσμημένο με κλασικό και ~ μοντέρνο στιλ. Πβ. ταυτόχρονα. ● ΣΥΜΠΛ.: παράλληλες (ευθείες): ΓΕΩΜ. που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο και δεν έχουν κανένα κοινό σημείο. Βλ. τέμνουσα., παράλληλες εισαγωγές/εξαγωγές: ΟΙΚΟΝ. νόμιμες εισαγωγές/εξαγωγές προϊόντων μέσω δικτύων διανομής που δεν έχουν όμως εγκριθεί από τον κατασκευαστή ή τον παραγωγό τους., παράλληλη αγορά: ΟΙΚΟΝ. δευτερεύουσα αγορά των σύγχρονων χρηματιστηρίων που απευθύνεται στις μικρότερες επιχειρήσεις, αποτελώντας τον προθάλαμο για την εισαγωγή τους στην κύρια: γενικός δείκτης της ~ης ~άς. Εισαγωγή/ένταξη (μιας εταιρείας) στην ~ ~., παράλληλη σύνδεση/διάταξη: ΗΛΕΚΤΡ. τρόπος σύνδεσης στοιχείων ηλεκτρικού κυκλώματος, κατά τον οποίο όλα τα στοιχεία βρίσκονται υπό την ίδια τάση και η ένταση του συνολικού ρεύματος που διαπερνά το κύκλωμα είναι ίση με το άθροισμα των εντάσεων των ρευμάτων που διαρρέουν τα στοιχεία του: ~ ~ αντιστάσεων/μπαταριών/πυκνωτών. ΑΝΤ. σύνδεση σε/εν σειρά, παράλληλος (κύκλος) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΑΣΤΡΟΝ. νοητός κύκλος της γήινης ή της ουράνιας σφαίρας παράλληλος προς τον ισημερινό: Οι ~οι ~οι παίρνουν τιμές από 0-90 μοίρες. Βλ. μεσημβρινός., σχήμα εκ παραλλήλου: ΡΗΤΟΡ. ρητορικό σχήμα κατά το οποίο μια έννοια διατυπώνεται ταυτόχρονα θετικά και αρνητικά: π.χ. Να αρνηθείς και να μη δεχτείς. Όμορφος και όχι άσχημος., βίοι παράλληλοι βλ. βίος, παράλληλη θύρα βλ. θύρα, παράλληλο εμπόριο βλ. εμπόριο, παράλληλο κείμενο βλ. κείμενο, παράλληλο Σύμπαν βλ. σύμπαν, παράλληλοι ζυγοί βλ. ζυγός ● ΦΡ.: εκ παραλλήλου (λόγ.): συγχρόνως, ταυτόχρονα. Πβ. σε παραλληλία. [< αρχ. παράλληλος, γαλλ. parallèle, αγγλ. parallel]