Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εξάλειψη [ἐξάλειψη] ε-ξά-λει-ψη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -είψεως} 1. εξαφάνιση: η ~ των δεινοσαύρων από τη Γη.|| ~ των λαθών (πβ. σβήσιμο).|| Η ~ του αναλφαβητισμού/της βίας/της δουλείας (= κατάργηση)/των δυσκολιών/των φυλετικών διακρίσεων (πβ. καταπολέμηση). Η ~ (= εκμηδένιση) των επιπτώσεων της ρύπανσης. Μέτρα ~ης της νόσου. Πβ. αφανισμός, καταστροφή. 2. ΝΟΜ. άρση της ισχύος, κατάργηση: ~ της ποινής/υποθήκης. [< 1: μτγν. ἐξάλειψις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.