Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εξάρχων, εξάρχουσα [ἐξάρχων] ε-ξάρ-χων επίθ./ουσ.: ΜΟΥΣ. επικεφαλής ενός συνόλου μουσικών: ~ων: βιολιστής.|| Ο ~ων/η ~ουσα της ορχήστρας. Βλ. μαέστρος, προ~. [< αρχ. ἐξάρχων]

μαέστρος

μαέστροςμα-έ-στρος ουσ. (αρσ.) 1. διευθυντής ορχήστρας· κατ' επέκτ. επικεφαλής των μουσικών: ~ της μπάντας/φιλαρμονικής/χορωδίας. Μουσικοσυνθέτης και ~. Πβ. αρχιμουσικός. Βλ. μπαγκέτα. 2. (μτφ.) πρόσωπο πολύ επιδέξιο: ~ του μπουζουκιού/σινεμά. Είναι ~ στη μαγειρική/στο να κρατάει ισορροπίες. Πβ. μάγος, μετρ. ΣΥΝ. δεξιοτέχνης, μάστορας (3) ● ΦΡ.: αβάντι μαέστρο! βλ. αβάντι [< ιταλ. maestro]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.