εξαντλώ [ἐξαντλῶ] ε-ξα-ντλώ ρ. (μτβ.) {εξαντλ-είς... | εξάντλ-ησε (λόγ.) εξήντλησε, -ούμαι, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. καταναλώνω μέχρι τέλους: ~ήσαμε όλες μας τις οικονομίες (πβ. δαπανώ, ξοδεύω, σπαταλώ). Το προϊόν/στοκ/τεύχος έχει ~ηθεί. Τα αποθέματα/τα εφόδια/τα κοιτάσματα (πετρελαίου)/οι προμήθειες/οι πρώτες ύλες/τα πυρομαχικά/τα τρόφιμα ~ήθηκαν (= τελείωσαν).|| Τα εισιτήρια για τη συναυλία ~ήθηκαν (= πουλήθηκαν) μέσα σε δύο ώρες.|| Το έδαφος έχει ~ηθεί από τις εντατικές καλλιέργειες.2. κουράζω υπερβολικά, αποδυναμώνω: Η ασθένεια τον έχει ~ήσει πλήρως (πβ. εξασθενίζω). ~ούμαι οικονομικά/σωματικά/ψυχικά (πβ. αναλώνω). ~ήθηκα από τη γυμναστική/τη δουλειά/τον καύσωνα/τον πυρετό. Πβ. εξουθενώνω, κατα-βάλλω, -πονώ.3. (για αφηρημένη έννοια) φτάνω στο ανώτατο όριο, χρησιμοποιώ στον μέγιστο βαθμό: ~ησα την αντοχή/επιείκειά μου. Θα ~ήσω κάθε νόμιμο μέσο για να βρω το δίκιο μου. Έχουν ~ηθεί όλα τα όρια (ανοχής)/περιθώρια διαλόγου. Ο διαθέσιμος χρόνος ομιλίας σας ~ήθηκε.4. εξετάζω, αναλύω διεξοδικά: ~ήσαμε το θέμα (συζήτησης). Το ζήτημα δεν ~είται έτσι εύκολα. ● βλ. εξαντλημένος [< 1: αρχ. ἐξαντλῶ, γαλλ. épuiser]
εξαντλημένος
εξαντλημένος, η, ο [ἐξαντλημένος] ε-ξα-ντλη-μέ-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) πάρα πολύ κουρασμένος, ταλαιπωρημένος: ~ από τη δουλειά/τη ζέστη/τις κακουχίες/την πείνα. Πβ. εξουθενω-, καταβεβλη-, καταπονη-μένος. ΑΝΤ. ακαταπόνητος (1) 2. που έχει καταναλωθεί, τελειώσει και κατ' επέκτ. έχει φτάσει στα όριά του: ~η: έκδοση (βιβλίου). ~α: αποθέματα/κοιτάσματα.|| (μτφ.) ~η: αντοχή/υπομονή. ΑΝΤ. ανεξάντλητος (1) ● βλ. εξαντλώ [< μτγν. ἐξηντλημένος, γαλλ. épuisé]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.