Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εξαντλώ [ἐξαντλῶ] ε-ξα-ντλώ ρ. (μτβ.) {εξαντλ-είς... | εξάντλ-ησε (λόγ.) εξήντλησε, -ούμαι, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. καταναλώνω μέχρι τέλους: ~ήσαμε όλες μας τις οικονομίες (πβ. δαπανώ, ξοδεύω, σπαταλώ). Το προϊόν/στοκ/τεύχος έχει ~ηθεί. Τα αποθέματα/τα εφόδια/τα κοιτάσματα (πετρελαίου)/οι προμήθειες/οι πρώτες ύλες/τα πυρομαχικά/τα τρόφιμα ~ήθηκαν (= τελείωσαν).|| Τα εισιτήρια για τη συναυλία ~ήθηκαν (= πουλήθηκαν) μέσα σε δύο ώρες.|| Το έδαφος έχει ~ηθεί από τις εντατικές καλλιέργειες. 2. κουράζω υπερβολικά, αποδυναμώνω: Η ασθένεια τον έχει ~ήσει πλήρως (πβ. εξασθενίζω). ~ούμαι οικονομικά/σωματικά/ψυχικά (πβ. αναλώνω). ~ήθηκα από τη γυμναστική/τη δουλειά/τον καύσωνα/τον πυρετό. Πβ. εξουθενώνω, κατα-βάλλω, -πονώ. 3. (για αφηρημένη έννοια) φτάνω στο ανώτατο όριο, χρησιμοποιώ στον μέγιστο βαθμό: ~ησα την αντοχή/επιείκειά μου. Θα ~ήσω κάθε νόμιμο μέσο για να βρω το δίκιο μου. Έχουν ~ηθεί όλα τα όρια (ανοχής)/περιθώρια διαλόγου. Ο διαθέσιμος χρόνος ομιλίας σας ~ήθηκε. 4. εξετάζω, αναλύω διεξοδικά: ~ήσαμε το θέμα (συζήτησης). Το ζήτημα δεν ~είται έτσι εύκολα. ● βλ. εξαντλημένος [< 1: αρχ. ἐξαντλῶ, γαλλ. épuiser]

εξαντλημένος

εξαντλημένος, η, ο [ἐξαντλημένος] ε-ξα-ντλη-μέ-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) πάρα πολύ κουρασμένος, ταλαιπωρημένος: ~ από τη δουλειά/τη ζέστη/τις κακουχίες/την πείνα. Πβ. εξουθενω-, καταβεβλη-, καταπονη-μένος. ΑΝΤ. ακαταπόνητος (1) 2. που έχει καταναλωθεί, τελειώσει και κατ' επέκτ. έχει φτάσει στα όριά του: ~η: έκδοση (βιβλίου). ~α: αποθέματα/κοιτάσματα.|| (μτφ.) ~η: αντοχή/υπομονή. ΑΝΤ. ανεξάντλητος (1) ● βλ. εξαντλώ [< μτγν. ἐξηντλημένος, γαλλ. épuisé]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.