Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • εξαπατώ [ἐξαπατῶ] ε-ξα-πα-τώ ρ. (μτβ.) {εξαπατ-άς ... | εξαπάτ-ησα, -ώμαι, -άσαι ..., -ούνται (λόγ.) -ώνται, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} : παραπλανώ, ξεγελώ: Απληροφόρητοι αγοραστές που ~ώνται από τους επιτήδειους. Νιώθω αδικημένος και ~ημένος. Πβ. απατώ, κοροϊδεύω. [< αρχ. ἐξαπατῶ]