Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εξαπατώ [ἐξαπατῶ] ε-ξα-πα-τώ ρ. (μτβ.) {εξαπατ-άς ... | εξαπάτ-ησα, -ώμαι, -άσαι ..., -ούνται (λόγ.) -ώνται, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} : παραπλανώ, ξεγελώ: Απληροφόρητοι αγοραστές που ~ώνται από τους επιτήδειους. Νιώθω αδικημένος και ~ημένος. Πβ. απατώ, κοροϊδεύω. [< αρχ. ἐξαπατῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.