Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εξασθενίζω [ἐξασθενίζω] ε-ξα-σθε-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εξασθένι-σε, -σμένος, εξασθενίζ-οντας} 1. καθιστώ κάτι αδύναμο, ανίσχυρο: Η ίωση ~σε τον οργανισμό. Οι καταχρήσεις ~σαν την υγεία του. Πβ. αποδυναμώνω, καταβάλλω. ΑΝΤ. δυναμώνω (1), ενισχύω (1) 2. (αμτβ.-καταχρ.) εξασθενώ: Οι νοτιάδες θα ~ίσουν (αντί ~ήσουν) από σήμερα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.