Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εξασθενώ [ἐξασθενῶ] ε-ξα-σθε-νώ ρ. (αμτβ.) {εξασθεν-είς... | εξασθέν-ησε, -ημένος, -ώντας} 1. χάνω την ισχύ, την έντασή μου: Τυφώνας που ~εί, καθώς μετακινείται (ΣΥΝ. καταλαγιάζει, κοπάζει, πέφτει). Νιώθω να ~ούν οι δυνάμεις μου. ~ημένος: οργανισμός (πβ. εξαντλημένος, καταβεβλημένος). ~ημένη: οικονομία. Πβ. ατονώ. 2. (μτβ.-καταχρ.) εξασθενίζω: Βακτήριο που ~εί τα δέντρα. [< 1: αρχ. ἐξασθενῶ]