εξασφαλίζω [ἐξασφαλίζω] ε-ξα-σφα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {εξασφάλι-σε, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εξασφαλίζ-οντας} 1. προστατεύω κάτι από απώλεια ή φθορά, σιγουρεύω: ~ τα κοσμήματα/τιμαλφή σε θυρίδα/χρηματοκιβώτιο (πβ. προφυλάσσω). ~ει ασφάλεια/σιγουριά.|| Ζητώ πάντα απόδειξη για να είμαι ~σμένος (= διασφαλισμένος).2. αποκτώ και διατηρώ υλικά αγαθά και ειδικότ. κατοχυρώνω τη μελλοντική οικονομική επάρκεια, ανεξαρτησία κάποιου: ~ εισιτήρια/στέγη/τροφή (πβ. βρίσκω, προμηθεύομαι). ~ τα αναγκαία/τα προς το ζην/πόρους/το ψωμί μου (πβ. εξοικονομώ, πορίζομαι).|| ~ την οικογένειά/τα παιδιά μου (πβ. αποκαθιστώ). Δουλεύει για να ~σει άνετα γηρατειά/τη ζωή του/το μέλλον του/το χαρτζιλίκι του. Οικονομικά ~σμένος.3. επιτυγχάνω κάτι ύστερα από συγκεκριμένες ενέργειες: ~ άδεια (εισόδου σε χώρο)/εργασία/την εύνοια κάποιου/τη νίκη/την πρόκριση/τη συμμετοχή μου (σε αγώνα/διοργάνωση)/συνεργασία/υποτροφία. Το κόμμα ~σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η χώρα μπορεί να ~σει την ειρήνη στην περιοχή. Το χρήμα δεν ~ει την ευτυχία. Καταφέραμε να ~σουμε τον ... (: για παίκτη σε ομάδα). Πώς μπορώ να ~σω (: είμαι σίγουρος) ότι δεν θα επαναληφθεί το ίδιο λάθος; [< μτγν. ἐξασφαλίζω ‘κάνω ασφαλές’]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.