εξετάζω [ἐξετάζω] ε-ξε-τά-ζω ρ. (μτβ.) {εξέτα-σα, -στηκα κ. -σθηκα, -στώ κ. -σθώ, μτχ. εξεταζ-όμενος, εξετα-σμένος, εξετάζ-οντας} 1. μελετώ, ερευνώ: ~ αίτημα/καταγγελία/πρόβλημα/πρόταση/σχέδιο/υπόθεση/φαινόμενο. Δεν ~ ποιος φταίει. Το άρθρο ~ει αναλυτικά/εξονυχιστικά/επισταμένα/λεπτομερώς το θέμα (πβ. πραγματεύομαι). ~ουμε την πιθανότητα λάθους. Αποφασίσαμε, αφού πρώτα ~σαμε όλα τα δεδομένα. Κλήθηκε ειδική επιτροπή να ~σει τα αίτια του ατυχήματος. ~ονται οι συνέπειες της κρίσης. Η αίτησή σας/έφεση θα ~στεί. Κάθε περίπτωση θα ~στεί ξεχωριστά. Πβ. αναλύω. Βλ. συν~.2. ελέγχω, παρατηρώ, επιθεωρώ με προσοχή: ~ το εμπόρευμα/την ποιότητα (των παρεχόμενων υπηρεσιών). ~ κάτι βιαστικά/επίμονα/προσεκτικά. Με ~σε από την κορυφή ως τα νύχια/με το βλέμμα. Πβ. περιεργάζομαι.3. ελέγχω τις γνώσεις, την ικανότητα, την επίδοση κάποιου: Οι διαγωνιζόμενοι/οι μαθητές ~ονται γραπτά/προφορικά. Οι υποψήφιοι θα ~στούν στη Φυσική. ~όμενη: ύλη. ~όμενα: μαθήματα.|| (ως ουσ.) Οι ~όμενοι κατανέμονται στις αίθουσες. Βλ. αξιολογώ.4. ελέγχω ιατρικά ή γενικότ. επιστημονικά την κατάσταση της υγείας ενός οργανισμού: Ο γιατρός ~ει τους ασθενείς (πβ. ακροάζομαι, βλέπω, κοιτάζω). Το δείγμα θα ~στεί στο εργαστήριο. ~ομαι κάθε μήνα (πβ. κάνω τσεκάπ). Έχω ραντεβού να ~στώ από καρδιολόγο.5. υποβάλλω ερωτήσεις, ανακρίνω: ~ κάποιον κατ' αντιπαράσταση. Το δικαστήριο ~σε τους διαδίκους/τον κατηγορούμενο. Θα ~στεί ως ύποπτος. [< 1,2: αρχ. ἐξετάζω, 3,4,5: γαλλ. examiner]
αξιολογώ
αξιολογώ[ἀξιολογῶ] α-ξι-ο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {αξιολογ-είς ..., -ώντας | αξιολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: καθορίζω, εκτιμώ την αξία ή τη σημασία προσώπου ή πράγματος: ~ τις γνώσεις (πβ. κρίνω)/τις ενέργειες/την επίδοση (πβ. βαθμολογώ)/τις επιλογές/την προσπάθεια (κάποιου). ~ αρνητικά/θετικά/ποιοτικά ή ποσοτικά (κάποιον/κάτι). Τα αποτελέσματα της έρευνας ελέγχονται και ~ούνται. ~ήθηκε η επικινδυνότητα των μέτρων. Πρέπει να ~ηθούν όλες οι παράμετροι πριν από τη λήψη απόφασης. Αντικειμενικώς ~ούμενα προσόντα. Αξιολογητές και ~ούμενοι. ~ημένες: προτάσεις. ~ημένα: προγράμματα. Πβ. αποτιμώ. Βλ. επαν~, -λογώ. [< μεσν. αξιολογώ 'τιμώ', αγγλ. evaluate, γαλλ. évaluer]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.