Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εξευτελίζω [ἐξευτελίζω] ε-ξευ-τε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {εξευτέλι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξευτελίζ-οντας} ΣΥΝ. ξεφτιλίζω 1. προσβάλλω την αξιοπρέπεια, θίγω την υπόληψη κάποιου· αποκαλύπτω τις αδυναμίες προσώπου ή πράγματος, κυρ. μέσω της υπεροχής μου: ~ουν το όνομά/την προσωπικότητά τους. Στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων και δεν ~στηκα. Έχει ~στεί δημόσια.|| ~σαν τον αντίπαλο/τα μέτρα ασφαλείας. Πβ. ατιμάζω, διασύρω, ντροπιάζω, ρεζιλεύω, ταπεινώνω. 2. υποβαθμίζω, υποτιμώ κάτι: Η βία ~ει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. ~ουν τη νοημοσύνη μας. Έχουν ~σει κάθε έννοια δικαίου. Πβ. υποβιβάζω. ● Μτχ.: εξευτελισμένος , η, ο & (προφ.) ξεφτιλισμένος 1. (για πρόσ.) που έχει διασυρθεί, τιποτένιος: ντροπιασμένος/ταπεινωμένος και ~. ~ και γελοιοποιημένος.|| (ως ουσ., υβριστ.) Δεν ντρέπεστε, βρε ξεφτιλισμένοι! ΣΥΝ. ξεφτίλας 2. υποβαθμισμένος, ευτελής: ~ο: πολιτικό σύστημα. [< μτγν. ἐξευτελίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.