εξευτελίζω [ἐξευτελίζω] ε-ξευ-τε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {εξευτέλι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εξευτελίζ-οντας} ΣΥΝ. ξεφτιλίζω 1. προσβάλλω την αξιοπρέπεια, θίγω την υπόληψη κάποιου· αποκαλύπτω τις αδυναμίες προσώπου ή πράγματος, κυρ. μέσω της υπεροχής μου: ~ουν το όνομά/την προσωπικότητά τους. Στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων και δεν ~στηκα. Έχει ~στεί δημόσια.|| ~σαν τον αντίπαλο/τα μέτρα ασφαλείας. Πβ. ατιμάζω, διασύρω, ντροπιάζω, ρεζιλεύω, ταπεινώνω.2. υποβαθμίζω, υποτιμώ κάτι: Η βία ~ει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. ~ουν τη νοημοσύνη μας. Έχουν ~σει κάθε έννοια δικαίου. Πβ. υποβιβάζω. ● Μτχ.: εξευτελισμένος , η, ο & (προφ.) ξεφτιλισμένος 1. (για πρόσ.) που έχει διασυρθεί, τιποτένιος: ντροπιασμένος/ταπεινωμένος και ~. ~ και γελοιοποιημένος.|| (ως ουσ., υβριστ.) Δεν ντρέπεστε, βρε ξεφτιλισμένοι! ΣΥΝ. ξεφτίλας 2. υποβαθμισμένος, ευτελής: ~ο: πολιτικό σύστημα. [< μτγν. ἐξευτελίζω]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.