Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εξιλεώνω [ἐξιλεώνω] ε-ξι-λε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {εξιλέω-σα, εξιλεώ-θηκα, -θώ, -μένος} 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} απαλλάσσω κάποιον από αμάρτημα, σφάλμα, ενοχή: Προσπαθεί να ~θεί για όσα έκανε στο παρελθόν. Παίκτης που σκόραρε και ~θηκε για το χαμένο πέναλτι. Πβ. εξαγνίζω, λυτρώνω, συγχωρούμαι. 2. (σπάν.) κατευνάζω τον θυμό κάποιου, τον εξευμενίζω. [< 2: μτγν. ἐξιλεῶ, μεσν. εξιλεώνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.