Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εξοπλισμός [ἐξοπλισμός] ε-ξο-πλι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ενίσχυση του οπλοστασίου χώρας, στρατού, σώματος ασφαλείας με πολεμικό υλικό· το ίδιο το πολεμικό υλικό: στρατιωτικός ~. Ο ~ των Ενόπλων Δυνάμεων. ΑΝΤ. αφοπλισμός. Βλ. υπερ~. || Ο ~ του αεροσκάφους/ραντάρ. ~ ατομικής προστασίας των αστυνομικών. Μείωση των/προμήθεια ~ών. Πβ. οπλικά συστήματα.|| (ειδικότ.) ~ για κυνήγι. 2. (μτφ.) εφοδιασμός χώρου με εξαρτήματα, μηχανήματα, όργανα, εργαλεία, ώστε να λειτουργήσει ομαλά και αποτελεσματικά· το σύνολό τους: ηλεκτρονικός ~ με πολυμέσα.|| Επαγγελματικός/ηλεκτρολογικός/πάγιος ~. ~ αυτοκινήτου/εργαστηρίου/καταστημάτων/ξενοδοχείου/σπιτιού (πβ. επίπλωση, σκευή). Ιατρικός ~ νοσοκομείων. Μηχανογραφικός ~ γραφείων. Μηχανολογικός ~ πλοίων. Τηλεπικοινωνιακός ~ σκάφους. Παρέχουμε ~ό τελευταίας τεχνολογίας.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ.) Εκδρομικός/ορειβατικός ~. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: έλεγχος των εξοπλισμών βλ. έλεγχος, εξοπλιστικός ανταγωνισμός βλ. ανταγωνισμός [< 1: μτγν. ἐξοπλισμός, γαλλ. armement, équipement]

ανταγωνισμός

ανταγωνισμός[ἀνταγωνισμός] α-ντα-γω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αγώνας επικράτησης μεταξύ ατόμων ή ομάδων με κοινούς στόχους· (κατ' επέκτ., ΟΙΚΟΝ.) προσπάθεια διάφορων παροχέων προϊόντων ή υπηρεσιών να επικρατήσουν έναντι των αντιπάλων τους στον χώρο της αγοράς: αδιάλλακτος/αμείλικτος/έντονος/εξοντωτικός/σκληρός/τρελός/υγιής (= θεμιτός) ~. Κοινωνικός/ταξικός ~. ~ ανάμεσα στους ... (πβ. άμιλλα, συναγωνισμός). Καθεστώς/κλίμα/πεδίο/συνθήκες ~ού. ~οί και αντιζηλίες. Αυξάνεται/ενισχύεται/εντείνεται/οξύνεται ο ~. Επικρατεί ~. Βρίσκεται σε ~ό με ... Πβ. αντιπαλότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) Αποτελεσματικός/οικονομικός/τραπεζικός ~. Ατελής/τέλειος ~. Εγχώριος/διεθνής ~. ~ μεταξύ των επιχειρήσεων/στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Ανάλυση/δίκαιο/κοινοτική πολιτική ~ού. Η Γενική Διεύθυνση ~ού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. ΒΙΟΛ. σύγκρουση οργανισμών για την εκμετάλλευση κοινών φυσικών πόρων που βρίσκονται σε περιορισμένη έκταση (π.χ. τροφή, χώροι αναπαραγωγής ή εγκατάστασης): ~ φυτών. 3. ΠΛΗΡΟΦ. ανεπιθύμητη κατάσταση που δημιουργείται, όταν δύο μονάδες ή συσκευές επιχειρούν να εκτελέσουν συγκεκριμένη εργασία την ίδια χρονική στιγμή. 4. ΒΙΟΧ. παρεμβολή μιας χημικής ουσίας στη φυσιολογική δράση μιας άλλης με παρόμοια δομή: ~ φαρμάκων (: πλήρης ή μερική εξουδετέρωση του ενός από το άλλο). Βλ. συνέργεια, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερος ανταγωνισμός & ανοιχτός ανταγωνισμός: ΟΙΚΟΝ. κατά τον οποίο οι τιμές διαμορφώνονται βάσει των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, χωρίς κρατικό παρεμβατισμό: διασφάλιση/το καθεστώς/οι κανόνες/προστασία του ~ου ~ού. ~ ~ στην αγορά ενέργειας. Ελεύθερη οικονομία και ~ ~. Λειτουργεί ο ~ ~., εξοπλιστικός ανταγωνισμός & ανταγωνισμός εξοπλισμών: συναγωνισμός μεταξύ κρατών στο πεδίο του πολεμικού εξοπλισμού: ~ ~ μεταξύ των υπερδυνάμεων. [< αγγλ. arms race] , Επιτροπή Ανταγωνισμού: ανεξάρτητη διοικητική Αρχή, αρμόδια για τον έλεγχο των μονοπωλίων και των ολιγοπωλίων καθώς και για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού: Πρόστιμο από την ~ ~ κατά της εταιρείας ... Οι ~ές ~ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης., μονοπωλιακός ανταγωνισμός: ΟΙΚΟΝ. παραγωγή ελαφρώς διαφοροποιημένων προϊόντων χωρίς μεγάλες διαφορές στις τιμές, με αποτέλεσμα την απουσία ανταγωνισμού, αντιπαλότητας μεταξύ των επιχειρήσεων. [< αγγλ. monopolistic competition, 1933] , αθέμιτος ανταγωνισμός βλ. αθέμιτος, διαειδικός ανταγωνισμός βλ. διαειδικός, ενδοειδικός ανταγωνισμός βλ. ενδοειδικός [< 1,2: μεσν. ανταγωνισμός, γαλλ. compétition, antagonisme 3: αγγλ. contention 4: αγγλ. antagonism]

έλεγχος

έλεγχος[ἔλεγχος] έ-λεγ-χος ουσ. (αρσ.) {ελέγχ-ου | -ων} 1. εξέταση προσώπων, πραγμάτων, δεδομένων, διαδικασιών με στόχο την εξακρίβωση της εγκυρότητας, της λειτουργίας, της ισχύος, της ορθότητας ή της νομιμότητάς τους· συνεκδ. η αρμόδια υπηρεσία: αιφνιδιαστικός/ακτινολογικός/αστυνομικός/αυστηρός/αυτόματος/δημοσιονομικός/έκτακτος/ενδελεχής/εξονυχιστικός/επιτόπιος/εργαστηριακός/ηλεκτρονικός (βλ. τηλε~)/ιατρικός/μοριακός/οικονομικός/οπτικός/ορθογραφικός/περιοδικός/προγεννητικός/προληπτικός/πρωτοβάθμιος/στατιστικός/τακτικός/τελωνειακός/τεχνικός/υγειονομικός/φορολογικός/χημικός ~. ~ αποσκευών/διαβατηρίων/διαθεσιμότητας (δικτύου)/εισιτηρίων (πβ. τσεκ-ιν)/επιχειρήματος (πβ. ανασκευή)/καυσαερίων/κυκλοφορίας/λογιστικών βιβλίων/παραγωγής/πληροφοριών (: διασταύρωση)/πλοίων (πβ. επιθεώρηση)/προϊόντων/στοιχείων (πβ. επαλήθευση)/τιμών/υγείας (πβ. τσεκάπ)/φαρμάκων. Διαχειριστικός ~ των πράξεων. Δυναμικός ~ ευστάθειας. Προσεισμικός ~ κτιρίων. ~ της συμπεριφοράς ανθρώπου/συστήματος. ~ της αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων (πβ. δοκιμασία). Ασκώ/διεξάγω/πραγματοποιώ ~ο. Υποβάλλεται/υπόκειται σε ~ο. Περνώ από ~ο. ~ για ιούς (σε υπολογιστή). ~ εξ αποστάσεως. Διενεργούνται ~οι στην αγορά.|| Επιτροπή/όργανα/τμήμα ~ου. Πβ. κοντρόλ, τεστ-, τσεκ-άρισμα. Βλ. αυτο~, επαν~, προ~. 2. διεύθυνση, εξουσία: Αποκτώ/διατηρώ τον (απόλυτο) ~ο μιας εταιρείας. Οι δύο χώρες ανταγωνίζονται για τον ~ο της περιοχής. Ο οδηγός έχει τον ~ο του αυτοκινήτου. Πβ. διακυβέρνηση, διοίκηση, κυριαρχία.|| (μτφ.) ~ (: χαλιναγώγηση) των παθών/παρορμήσεων/συναισθημάτων. 3. (για κατάσταση, φαινομένο, μέγεθος) περιορισμός της εξάπλωσης, της αύξησης: ~ της ανεργίας/της ασθένειας/της βίας/του πληθωρισμού/της ρύπανσης. Ο ~ του βάρους κάποιου. Πβ. συγκράτηση. 4. & (επίσ.) έλεγχος προόδου: επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφεται η βαθμολογία, ο αριθμός των απουσιών και η διαγωγή μαθητή και δίνεται στον κηδεμόνα του κυρ. κάθε τρίμηνο ή τετράμηνο. 5. επίβλεψη: ~ των παιδιών. Ήθελε να ξεφύγει από τον συνεχή ~ο των γονιών του. Πβ. επιτήρηση, παρακολούθηση. ● ΣΥΜΠΛ.: αίθουσα ελέγχου: χώρος που φιλοξενεί το προσωπικό και τα μηχανήματα που απαιτούνται, ώστε να ελέγχεται η λειτουργία εγκατάστασης, σταθμού, δικτύου: ~ ~ μηχανοστασίου. [< αγγλ. control room] , έλεγχος (της) προόδου: εξέταση της βελτίωσης, της εξέλιξης: ~ ~ ενός αθλητή/του προσωπικού μιας εταιρείας/ενός υποψήφιου διδάκτορα. ~ ~ των πωλήσεων ενός προϊόντος/υλοποίησης ενός έργου., έλεγχος (των) γεννήσεων: σκόπιμος περιορισμός του αριθμού των γεννήσεων με μεθόδους αντισύλληψης: πολιτική ~ου ~. Βλ. άμβλωση, δημογραφική εξέλιξη, οικογενειακός προγραμματισμός, στείρωση, υπερπληθυσμός, υπογεννητικότητα. [< αγγλ. birth control, γαλλ. contrôle des naissances, 1933] , έλεγχος πρόσβασης: ΠΛΗΡΟΦ. απαγόρευση εισόδου μη εξουσιοδοτημένων προσώπων σε υπολογιστικό σύστημα (με προσωπικά συνήθ. δεδομένα)., έλεγχος προσώπων: εξέταση που στοχεύει στην εξακρίβωση της ταυτότητας ατόμου ή ατόμων για λόγους ασφάλειας: αστυνομικός ~ ~. ~ ~ στους αερολιμένες/στα σύνορα. ~ ~ και αποσκευών/εμπορευμάτων/οχημάτων. Βλ. φέις-κοντρόλ., έλεγχος των εξοπλισμών: διεθνής συμφωνία για τον περιορισμό της κατασκευής και κατοχής όπλων, καθώς και τα σχετικά μέτρα. , κοινωνικός έλεγχος: το σύνολο των διαδικασιών που αποσκοπούν στη συμμόρφωση των μελών μιας κοινωνίας προς συγκεκριμένα πρότυπα δράσης και συμπεριφοράς. Βλ. κομφορμισμός., μη καταστροφικός έλεγχος: ΤΕΧΝΟΛ. μορφή ποιοτικού ελέγχου που εφαρμόζεται στη βιομηχανία και την επιστήμη για την αξιολόγηση των ιδιοτήτων και της αντοχής ενός υλικού ή αντικειμένου, χωρίς αυτά να καταστρέφονται: ~ ~ σκυροδέματος. Μέθοδος/τεχνικές μη ~ού ~ου. Βλ. διασφάλιση (της) ποιότητας. [< αγγλ. nondestructive testing, 1929] , πίνακας ελέγχου 1. ΠΛΗΡΟΦ. παράθυρο στον υπολογιστή που περιέχει εικονίδια προγραμμάτων για τη ρύθμιση των βασικών παραμέτρων και λειτουργιών του λειτουργικού συστήματος ή του περιβάλλοντος εργασίας. 2. ΤΕΧΝΟΛ. το τμήμα της κονσόλας συσκευής ή μηχανής που περιλαμβάνει ενδεικτικές λυχνίες, ψηφιακές οθόνες και διακόπτες. [< αγγλ. control panel] , ποιοτικός έλεγχος/έλεγχος ποιότητας : σύνολο διαδικασιών (ανάλυση σχεδιασμού, εξέταση δείγματος) που αποσκοπούν στη διασφάλιση του επιθυμητού επιπέδου ποιότητας, ιδ. κατά την παραγωγή προϊόντων: ~ ~ τροφίμων/υλικών. [< αγγλ. quality control, 1935] , βιολογική καταπολέμηση/βιολογικός έλεγχος βλ. καταπολέμηση, δειγματοληπτικός έλεγχος/δειγματοληπτική έρευνα βλ. δειγματοληπτικός, δωμάτιο ελέγχου βλ. δωμάτιο, ζώνη οικιστικού ελέγχου βλ. ζώνη, κάρτα (ελέγχου) καυσαερίων βλ. κάρτα, κοινοβουλευτικός έλεγχος βλ. κοινοβουλευτικός, ντόπινγκ/αντιντόπινγκ έλεγχος/κοντρόλ βλ. αντιντόπινγκ, ομάδα ελέγχου βλ. ομάδα, πύργος ελέγχου βλ. πύργος, σωματική έρευνα βλ. έρευνα ● ΦΡ.: εκτός ελέγχου: για κάτι που δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί: ~ ~ η κρίση/ο πληθωρισμός/η φωτιά. Η κατάσταση βαίνει/βγήκε/βρίσκεται ~ ~.|| (σπάν. για πρόσ.) Είναι ~ ~ (= εκτός εαυτού)., υπό (τον) έλεγχο: για κάτι που περιορίζεται, ελέγχεται ή βρίσκεται υπό την εξουσία, κυριαρχία κάποιου: Η επιδημία γρίπης/η πυρκαγιά τέθηκε υπό έλεγχο. Όλα είναι υπό ~.|| Οργανισμοί που βρίσκονται υπό τον ~ του κράτους. Πβ. στα χέρια κάποιου., χάνω τον έλεγχο (μτφ.) 1. χάνω την ψυχραιμία μου, παρεκτρέπομαι: ~ει ~ του εαυτού του. Όταν θυμώνει, ~ει ~. 2. αδυνατώ να διευθύνω, να κατευθύνω κάτι: Έχασε ~ του αεροσκάφους/της επιχείρησης. Ο παίκτης έχασε ~ της μπάλας. [< αρχ. ἔλεγχος ‘ανασκευή, εξέταση (σε αντιπαράθεση), απόδειξη’, γαλλ. contrôle, αγγλ. control]

-ισμός

-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.