ανεβάζω[ἀνεβάζω] α-νε-βά-ζω ρ. (μτβ.) {ανέβα-σα, ανεβά-σει -σμένος, ανεβάζ-οντας} 1. μετακινώ ή σηκώνω κάποιον ή κάτι από κάτω προς τα πάνω· μεταφέρω κάποιον από τον νότο προς τον βορρά, από το κέντρο προς την περιφέρεια, από τα παράλια προς την ενδοχώρα: ~ τη βαλίτσα/τον γιακά/τον διακόπτη/το κιβώτιο/τα μανίκια/τον μοχλό/τα πράγματα. Την ~σε στο λεωφορείο (= τη βοήθησε ν' ανέβει, πβ. επιβιβάζω). Με ~σαν σε μια σωστική λέμβο.|| (προφ.) Θα σ' ~σω εγώ από το λιμάνι.|| (ΓΡΑΜΜ.) Πολλές σύνθετες λέξεις ~ουν τον τόνο στην προπαραλήγουσα (: τον μεταφέρουν σε προηγούμενη συλλαβή). ΑΝΤ. κατεβάζω (1) 2. αυξάνω, υψώνω: ~ τα δίδακτρα/την ένταση (= δυναμώνω)/τα κέρδη/το κόστος/τους μισθούς/τα νοίκια/την παραγωγικότητα/την ποιότητα/την τηλεθέαση/τον τόνο της φωνής/τους φόρους (ΑΝΤ. μειώνω). Κάθε νίκη μάς ~ει το ηθικό (πβ. εξυψώνω). Τα νέα προϊόντα ~ουν σε ψηλά επίπεδα την εικόνα της επιχείρησης. ~σε την ομάδα του στην κορυφή της βαθμολογίας (πβ. προάγω, προβιβάζω). ~σε πίεση/πυρετό (: αυξήθηκε η πίεση/η θερμοκρασία του σώματός του). Έχει ~σει την απόδοσή του. ~σμένη: θερμοκρασία/τιμή.|| (ΜΟΥΣ.) ~ ψηλότερα έναν φθόγγο. 3. μεταφέρω δεδομένα ή προγράμματα από περιφερειακό σε κεντρικό σύστημα, από προσωπικό υπολογιστή σε απομακρυσμένο σταθμό εργασίας: ~ αρχεία στο διαδίκτυο/στην ιστοσελίδα/στο σάιτ. 4. (προφ.) προκαλώ ψυχική ευφορία: Το φαγητό μάς ~ει (= φτιάχνει, ΑΝΤ. χαλάει/ρίχνει). Με ~σαν τα καλά σου λόγια. Με τόσο ωραία ατμόσφαιρα νιώθω ~σμένος (πβ. χάι). Η διάθεσή/ψυχολογία μου είναι ~σμένη (: είμαι στα πάνω μου). Ξεσηκώνει τα πλήθη με την πιο ~σμένη μουσική (: μοντέρνα μουσική που προκαλεί κέφι). 5. {στο γ' πρόσ.} υπολογίζω, λογαριάζω (για ποσότητα που αποδεικνύεται μεγαλύτερη απ' ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί): Αξιωματούχοι της Αστυνομίας ~ουν τον συνολικό αριθμό των νεκρών σε ... (= εκτιμούν ότι ο αριθμός των νεκρών ανέρχεται σε ...). 6. παρουσιάζω θεατρική παράσταση στο κοινό: ~ δράμα/κωμωδία/μιούζικαλ/παράσταση/τραγωδία. Η θεατρική ομάδα έχει ~σει (= παίξει) με μεγάλη επιτυχία έργα του κλασικού ρεπερτορίου. Βλ. σκηνοθετώ. ● ΦΡ.: ανεβάζει το θερμόμετρο (μτφ.) για κάτι που προκαλεί 1. αντιπαραθέσεις, εντείνει τα πάθη: Η απαγόρευση ~σε ~ στα ύψη. 2. πολύ μεγάλο ενδιαφέρον: Η έκδοση των έντοκων γραμματίων ~σε ~ στην αγορά., ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς 1. επιταχύνω, αυξάνω: Ο κινητήρας ~ει τις στροφές του. 2. (μτφ.) βελτιώνω την απόδοσή μου: ~ει ταχύτητα η οικονομία (= αναπτύσσεται). Στο δεύτερο ημίχρονο η ομάδα ~σε ρυθμούς και συνέτριψε την αντίπαλό της., ανεβάζω κάποιον στα μάτια/στην εκτίμηση κάποιου: τον εξυψώνω από ηθική άποψη: Η πράξη του τον ~σε στα μάτια του κόσμου. Οι δηλώσεις της την ~σαν στην εκτίμησή μου. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στα ουράνια (μτφ.) 1. τον αποθεώνω, εγκωμιάζω: Τον ~σαν ~, αναγνωρίζοντας το ήθος του. 2. του προκαλώ ψυχική ευφορία, ανάταση: Η αναγνώριση/η επιδοκιμασία/η επιτυχία σε ~ει ~. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στην εξουσία/στον θρόνο: ΙΣΤ. τον αναγορεύω ηγέτη ή βασιλιά: Ο απελευθερωτικός πόλεμος ~σε στην εξουσία τις εθνικές δυνάμεις της χώρας., ανεβάζω κάποιον/κάτι στα ύψη (μτφ.) 1. αυξάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Η νίκη ~σε ~ την αυτοπεποίθησή τους. Βλ. εκτινάσσεται/εκτοξεύεται στα ύψη. 2. συντελώ ώστε να αποκτήσει κάποιος ή κάτι μεγάλη φήμη ή αξία: Με την εργατικότητά της ~σε την επιχείρηση ~. Πβ. απογειώνω. 3. προκαλώ σε κάποιον ψυχική ανάταση: Η ερμηνεία της ~σε το κοινό ~., ανεβάζω/σηκώνω τον πήχη/πήχυ (ψηλά) (μτφ.) 1. βελτιώνω το επίπεδο ή θέτω υψηλότερους στόχους: Με το κύρος σας έχετε ~σει ~ πολύ ψηλά. Βάζουμε υψηλούς στόχους, ~ουμε ~ ψηλά. 2. (+ γεν.) αυξάνω: Έχουν ~σει ~ των απαιτήσεων/των διεκδικήσεών/των προσδοκιών τους. Βλ. ανεβαίνω., τον ανεβάζει ... τον κατεβάζει (προφ.-εμφατ.): αποκαλεί, προσφωνεί, χαρακτηρίζει κάποιον διαρκώς: (για να δηλωθεί η αρνητική συνήθ. πλευρά προσώπου) Ρεμάλι τον ~ουν, ρεμάλι τον ~ουν., ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις βλ. κυβέρνηση, ανεβάζω κάποιον στον έβδομο ουρανό/στους επτά ουρανούς βλ. ουρανός, ανεβάζω/εκτοξεύω την αδρεναλίνη (στα ύψη/στο κόκκινο) βλ. αδρεναλίνη, ανεβαίνουν οι τόνοι/ανεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, κάποιος/κάτι μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι/την πίεση βλ. αίμα, σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω [< μεσν. ανεβάζω, 3: αγγλ. upload, 1977, 6: γαλλ. monter]
διαδοχήδι-α-δο-χή ουσ. (θηλ.) 1. μεταβίβαση εξουσίας (θέσης ή αξιώματος) σε τρίτο πρόσωπο: η ~ του προέδρου/του πρωθυπουργού. ~ στην ηγεσία του κόμματος/στον θρόνο. 2. συνεχής, αλλεπάλληλη σειρά γεγονότων, στοιχείων, καταστάσεων, φαινομένων: ιστορική (= των ιστορικών περιόδων) ~. ~ αριθμών/εικόνων. ~ των γενεών. Η ~ μέρας και νύχτας. Η ~ των εποχών/των μηνών. Αρμονική ~ χρωμάτων. Πβ. ακολουθία, συνέχεια. Βλ. αλληλο~.|| (ΜΟΥΣ.) ~ές συγχορδιών. 3. ΝΟΜ. μεταφορά δικαιώματος από τον δικαιοπάροχο στον δικαιοδόχο. ● ΣΥΜΠΛ.: αποστολική διαδοχή: ΕΚΚΛΗΣ. αδιάκοπη συνέχεια του επισκοπικού αξιώματος στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας, μέσω του μυστηρίου της ιεροσύνης (χειροτονίας)., κληρονομική διαδοχή: ΝΟΜ. μεταβίβαση της περιουσίας εκείνου που πέθανε στους κληρονόμους του: αναγκαστική ~ ~ (: από τον νόμο). ~ ~ εκ διαθήκης/εξ αδιαθέτου (: χωρίς διαθήκη)., κούρσα διαδοχής: αγώνας μεταξύ των υποψηφίων για την ανάληψη θέσης ή αξιώματος: ~ ~ για την καρέκλα. Οι υποψήφιοι μπαίνουν στην ~ της ~., οικολογική διαδοχή: το σύνολο των προβλέψιμων συνήθ. μεταβολών που γίνονται σε ένα οικοσύστημα, καθώς αυτό ωριμάζει ή εξελίσσεται προς μια σταθερή κατάσταση, κυρ. μετά από διαταραχή (φωτιά, θύελλα, δασική εκμετάλλευση). [< αγγλ. ecological succession] ● ΦΡ.: το δαχτυλίδι της διαδοχής/της εξουσίας (μτφ.): το χρίσμα της διαδοχής: Πήρε ~ ~ στην ηγεσία του κόμματος. [< αρχ. διαδοχή, γαλλ. succession]
δικαστικός, ή, ό δι-κα-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την απονομή της δικαιοσύνης, τα όργανα και τους λειτουργούς της: ~ός: κλάδος/πληρεξούσιος/συμβιβασμός/σύμβουλος/υπάλληλος/φάκελος. ~ή: αγωγή/αίθουσα (= αίθουσα δικαστηρίου)/γλωσσολογία (πβ. δικανική)/διαφορά/δίωξη/έκθεση/εκπροσώπηση/εντολή/οδός/πλάνη/προστασία/προσφυγή/τήβεννος/ψήφος/ψυχολογία. ~ό: γραφείο/ένσημο/επάγγελμα/έτος/μέγαρο (βλ. δικαστήριο)/ρεπορτάζ/σώμα (: οι δικαστές). ~ό προηγούμενο (= δεδικασμένο). ~ές: Αρχές/φυλακές (: για ποινές κάτω του έτους και για εγκλήματα εξ αμελείας). ~ά: έδρανα/τέλη. Δικαιώθηκε με ~ή απόφαση. Πβ. δικαστηριακός. Βλ. εξω~, παρα~, προ~. ● Ουσ.: δικαστικός (ο/η): δικαστής ή εισαγγελέας. ● επίρρ.: δικαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Κινούμαι/στρέφομαι ~ εναντίον κάποιου. ΑΝΤ. εξωδίκως ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική εξουσία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. μία από τις τρεις βασικές εξουσίες της δημοκρατίας, υπεύθυνη για την απονομή δικαιοσύνης και συνεκδ. ο φορέας της. Πβ. Θέμιδα. [< γαλλ. pouvoir judiciaire] , δικαστική συνδρομή/συνεργασία & (σπάν.) δικαστική αρωγή: συμφωνία μεταξύ κρατών για άμεση βοήθεια και συνεργασία των δικαστικών Αρχών: διεθνής ~ ~. Αμοιβαία ~ ~ σε αστικές/ποινικές υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση., δικαστικό συμβούλιο (κ. με κεφαλ. Δ, Σ): όργανο που ελέγχει την πορεία της ανακριτικής διαδικασίας και αποφασίζει αν θα ασκηθεί ποινική δίωξη: ~ά ~α Εφετών/Πλημμελειοδικών. Βλ. βούλευμα., δικαστική αντίληψη βλ. αντίληψη, δικαστική απαγόρευση βλ. απαγόρευση, δικαστική γραφολογία βλ. γραφολογία, δικαστική συμπαράσταση βλ. συμπαράσταση, δικαστικός αγώνας βλ. αγώνας, δικαστικός αντιπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος, δικαστικός επιμελητής βλ. επιμελητής, δικαστικός κλητήρας βλ. κλητήρας [< αρχ. δικαστικός, γαλλ. judiciaire]
επιβήτορας[ἐπιβήτορας] ε-πι-βή-το-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΤ. αρσενικό ζώο, συνήθ. άλογο ή ταύρος, που χρησιμοποιείται κυρ. για αναπαραγωγή. Βλ. -τορας. 2. (συνήθ. ειρων.) άντρας που (φημολογείται ότι) έχει μεγάλες σεξουαλικές επιδόσεις. Πβ. γαμιάς. ● ΦΡ.: επιβήτορες της εξουσίας (μτφ.): που την καταχρώνται. [< 1: αρχ. ἐπιβήτωρ]
ευχέρεια[εὐχέρεια] ευ-χέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. άνεση 1. ικανότητα κάποιου να κάνει ή να πετυχαίνει κάτι χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια: αναγνωστική ~. ~ στην εκμάθηση ξένων γλωσσών/στη λύση μαθηματικών προβλημάτων/στο σχέδιο. ~ επικοινωνίας/λόγου (= ευγλωττία, ευφράδεια). Χρησιμοποιεί με ~ τον υπολογιστή. Πβ. δεξι-, επιτηδει-ότητα, ευκολία. ΑΝΤ. δυσχέρεια 2. αφθονία, διαθεσιμότητα: οικονομική ~. ~ χρημάτων/χρόνου. ΑΝΤ. στενότητα (2) 3. δυνατότητα: ~ επιλογών/κινήσεων. Έχετε την ~ να καταβάλετε τμηματικά την αμοιβή. Πβ. ευκαιρία, περιθώριο. ● ΣΥΜΠΛ.: διακριτική ευχέρεια & διακριτική εξουσία: ΝΟΜ. δυνατότητα που παρέχεται από τον νόμο σε κάποιον να ενεργεί με βάση την κρίση του μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας: Εναπόκειται στη ~ ~ της Διοίκησης η ικανοποίηση του αιτήματος. Ο δικαστής έχει τη ~ ~ να μετατρέψει την ποινή σε εξαγοράσιμη.|| (γενικότ.) Βρίσκεται/είναι/επαφίεται στη ~ ~ κάποιου (= είναι στο χέρι του, εξαρτάται από αυτόν). [< γαλλ. pouvoir discrétionnaire] [< αρχ. εὐχέρεια]
κατάχρησηκα-τά-χρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αλόγιστη κατανάλωση τροφής ή ουσίας ή υπερβολική χρήση αγαθού, με επιβλαβείς συνέπειες για τον οργανισμό: ~ λιπαρών τροφίμων (βλ. παχυσαρκία). ~ αντιβιοτικών/φαρμάκων (βλ. πολυφαρμακία, φαρμακοεξάρτηση). ~ ποτών (βλ. αλκοολισμός).|| ~ του διαδικτύου από τους μαθητές (βλ. εθισμός).|| (μτφ.) Κάνω ~ των δυνάμεών μου (: εξαντλούμαι, καταπονούμαι). Πβ. παράχρηση. 2. (μτφ.) εκμετάλλευση κατάστασης ή δικαιώματος πέρα από τα επιτρεπτά ή νόμιμα όρια: ~ της ανοχής/ελευθερίας/εμπιστοσύνης/καλοσύνης/υπομονής (κάποιου). Δεν θέλω να κάνω ~ του χρόνου σας (= να τον καταχραστώ). Πβ. παράχρηση. 3. (ειδικότ.) παράνομη οικειοποίηση ξένων περιουσιακών στοιχείων, συνήθ. από άτομο στο οποίο έχει ανατεθεί η φύλαξη ή διαχείρισή τους: ~ δημοσίου χρήματος (βλ. διασπάθιση). Απόλυση για οικονομική ~. Πβ. ιδιοποίηση, σφετερισμός. ΣΥΝ. υπεξαίρεση ● καταχρήσεις (οι): ασωτίες, κραιπάλες: ζωή γεμάτη ~ (: ξενύχτια, ποτά, τσιγάρα, εξαρτησιογόνες ουσίες). Βλ. εγκράτεια. ● ΣΥΜΠΛ.: κατάχρηση δικαιώματος: ΝΟΜ. άσκηση δικαιώματος καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του νόμου, με ζημία τρίτου., κατάχρηση εξουσίας: ΝΟΜ. αξιόποινη πράξη υπαλλήλου, που συνίσταται στην αλόγιστη και παράνομη άσκηση εξουσίας: Του ασκήθηκε ποινική δίωξη για ~ ~. Βλ. υπέρβαση καθήκοντος. ● ΦΡ.: κατάχρηση σε ασέλγεια βλ. ασέλγεια [< 1: μτγν. κατάχρησις, γαλλ. abus]
κόμμακόμ-μα ουσ. (ουδ.) {κόμμ-ατος | -ατα} 1. ΠΟΛΙΤ. & πολιτικό κόμμα: οργάνωση που συγκροτείται βάσει πολιτικών και ιδεολογικών αρχών και έχει ως στόχο την πολιτική δράση ή και τη διεκδίκηση της εξουσίας: αρχηγικό (: στο οποίο οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται συνήθ. από τον αρχηγό και όχι από τα συλλογικά όργανα)/δημοκρατικό/εθνικό/επαναστατικό/κομμουνιστικό/κυβερνών/λαϊκό/οικολογικό/ρεπουμπλικανικό/σοσιαλιστικό/συντηρητικό/φιλελεύθερο ~. Το ~ της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Βουλευτής/(γενικός) γραμματέας/εκπρόσωπος/ηγέτης/μέλος/πρόεδρος/στελέχη/υποψήφιος ~ατος. Γραμμή/διάσπαση/εξαγγελίες/ιδεολογία/ίδρυση/νεολαία/πολιτική/(εκλογικό) ποσοστό/συνέδριο/ψηφοδέλτιο ~ατος. ~ εκτός Βουλής/νόμου. Τα ~ατα της αριστεράς/της δεξιάς. Συνύπαρξη πολλών ~άτων (= πολυκομματισμός). Πβ. παράταξη. 2. ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (,) που χωρίζει προτάσεις ή μέρη πρότασης και υποδηλώνει μικρή παύση της φωνής. ΣΥΝ. υποστιγμή 3. ΜΑΘ. (προφ.) υποδιαστολή. 4. ΜΟΥΣ. το μικρότερο αντιληπτό από την ακοή διάστημα μεταξύ δύο μουσικών φθόγγων. ● Υποκ.: κομματίδιο (το) (μειωτ.): στη σημ. 1. Βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: διδύμειο κόμμα: ΜΟΥΣ. η διαφορά ανάμεσα στον μείζονα τόνο (9/8) και τον ελάσσονα (10/9)., κόμμα εξουσίας: ΠΟΛΙΤ. που λόγω της εκλογικής του δύναμης έχει προοπτικές να κυβερνήσει: εν δυνάμει ~ ~., πυθαγόρειο κόμμα & (σπάν.) διατονικό κόμμα: ΜΟΥΣ. η διαφορά ανάμεσα σε επτά οκτάβες και δώδεκα πέμπτες. ● ΦΡ.: κάνω κόμμα (μτφ.-προφ.): συμμαχώ ή ενεργώ από κοινού με κάποιον εναντίον τρίτου., δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα [< μτγν. κόμμα 1: γαλλ. parti 2,3: γαλλ. virgule]
κοσμικός, ή, ό κο-σμι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον κόσμο ως σύνολο ανθρώπων και κυρ. με τη ζωή της υψηλής κοινωνίας: ~ός: γάμος/τρόπος ζωής (= κοσμικότητα)/τύπος. ~ή: κίνηση/κυρία/παραλία/ταβέρνα. ~ό: γεγονός/θέρετρο/κέντρο/μέρος/νησί/ρεπορτάζ. ~οί: κύκλοι. ~ές: εκδηλώσεις (π.χ. δεξιώσεις, χοροεσπερίδες)/στήλες (εφημερίδας/περιοδικού)/συγκεντρώσεις. ~ά: νέα/σαλόνια. Πβ. κοινωνικός. 2. που αναφέρεται στην επίγεια κοινωνική ζωή σε αντίθεση με την εκκλησιαστική: ~ός: άρχοντας/ηγέτης/συγγραφέας/χαρακτήρας (της εκπαίδευσης/του κράτους). ~ή: ιστορία/μουσική/τέχνη. ~ά: αγαθά. Πβ. εγκόσμιος.|| ~ός: κλήρος (: σε αντιδιαστολή προς τους μοναχούς). Πβ. λαϊκός. ΑΝΤ. θρησκευτικός 3. που έχει σχέση με το Σύμπαν ή ειδικότ. το διάστημα σε αντιδιαστολή προς τη Γη: ~ός: θόρυβος/νόμος/χρόνος. ~ή: έκρηξη/ταχύτητα. ~ό: κενό/νέφος/φαινόμενο/χάος. ~οί: άνεμοι. ~ές: δομές (π.χ. σμήνη γαλαξιών). Πβ. διαστημ-, συμπαντ-ικός. Βλ. μακρο~, μικρο~. ΑΝΤ. γήινος (1) ● Ουσ.: κοσμικά (τα) 1. θέματα που αφορούν τις εκδηλώσεις της υψηλής κυρ. κοινωνίας. 2. τα εγκόσμια., κοσμικός (ο) 1. ο λαϊκός σε αντίθεση με τον κληρικό ή τον μοναχό. 2. πρόσωπο που του αρέσουν οι κοινωνικές εκδηλώσεις ή συχνάζει σε αυτές. ΑΝΤ. απόκοσμος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κοσμική ακτινοβολία/κοσμικές ακτίνες: ΑΣΤΡΟΝ. ακτινοβολία που αποτελείται από σωματίδια τα οποία κινούνται πολύ γρήγορα (αδρόνια, λεπτόνια, φωτόνια), διασχίζουν την ατμόσφαιρα και φτάνουν στην επιφάνεια της Γης από το Σύμπαν. [< γαλλ. rayonnement cosmique/rayons cosmiques, αγγλ. cosmic ray, 1925] , κοσμική/(σπανιότ.) εγκόσμια εξουσία: η κρατική, πολιτική εξουσία σε αντίθεση προς τη θρησκευτική., κοσμικό/γαλαξιακό έτος: ΑΣΤΡΟΝ. το απαιτούμενο χρονικό διάστημα (περ. 245 εκατομμύρια χρόνια) για μια πλήρη περιστροφή του ηλιακού μας συστήματος γύρω από το κέντρο του γαλαξία., κοσμικό/λαϊκό κράτος: στο οποίο η εξουσία ασκείται από πολιτικά πρόσωπα χωρίς την παρέμβαση θρησκευτικών παραγόντων σε αντιδιαστολή προς το θεοκρατικό κράτος., κοσμικός αιώνας: ΓΕΩΛ. το χρονικό διάστημα εξέλιξης της Γης από τη στιγμή που έγινε για πρώτη φορά αυτοτελές ουράνιο σώμα μέχρι τον πιθανό σχηματισμό του φλοιού της., αστρική/κοσμική/διαστημική σκόνη βλ. σκόνη, κοσμική/μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου βλ. ακτινοβολία [< 1: γαλλ. mondain 2: μεσν. κοσμικός 3: αρχ. ~, γαλλ. cosmique, αγγλ. cosmic]
κυβέρνησηκυ-βέρ-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. (κ. με κεφαλ. Κ) ανώτατος πολιτειακός θεσμός άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας που αποτελείται από τον πρωθυπουργό και το σύνολο των υπουργών και των υφυπουργών· γενικότ. διακυβέρνηση: βιώσιμη/δημοκρατική/επαναστατική/ισχυρή/κατοχική/κοινοβουλευτική/προοδευτική/προσωρινή/συντηρητική/φιλελεύθερη ~. ~ ανδρεικέλων (= ελεγχόμενη)/μειοψηφίας/πλειοψηφίας. Η κεντρική/ομοσπονδιακή ~ και οι περιφερειακές/τοπικές ~ήσεις (στις ΗΠΑ· βλ. αυτο~). Διαδοχικές/εθνικές/μονοκομματικές/πολυκομματικές ~ήσεις. Αλλαγή/ανασχηματισμός/θέσεις/μέλη/όργανο/στελέχη της ~ης. Έπεσε/ορκίστηκε (η νέα)/παραιτήθηκε η ~. Συγκροτήθηκε/σχηματίστηκε ~. Βλ. αντιπολίτευση, κράτος, υπουργικό συμβούλιο.|| Πήρε στα χέρια του την ~. Αυταρχική/δικτατορική ~. Βλ. ηγεσία, διεύθυνση, διοίκηση, παρα~, συγ~. 2. (σπάν.-ειδικότ.) πλοήγηση: ~ του πλοίου. Πβ. πιλοτάρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας/ενότητας: ΠΟΛΙΤ. της οποίας τα μέλη προέρχονται συνήθ. από όλα τα κόμματα και σχηματίζεται σε περιόδους πολιτικής κρίσης., κυβέρνηση συνασπισμού/συνεργασίας & κυβερνητικός συνασπισμός & συμμαχική κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. που σχηματίζεται από δύο ή περισσότερα κόμματα., οικουμενική κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. στην οποία συμμετέχουν όλα συνήθ. τα κόμματα της Βουλής και έχει πλήρη ή ευρύτατη κοινοβουλευτική στήριξη., αυτοδύναμη κυβέρνηση βλ. αυτοδύναμος, Εφημερίδα της Κυβερνήσεως βλ. εφημερίδα, μεταβατική κυβέρνηση βλ. μεταβατικός, Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου βλ. πρόεδρος, σκιώδης κυβέρνηση βλ. σκιώδης, υπηρεσιακή κυβέρνηση βλ. υπηρεσιακός ● ΦΡ.: ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις: (έχει μεγάλη δύναμη ώστε να μπορεί να) αναδεικνύει και (να) καθαιρεί από την εξουσία τους κυβερνώντες: Η κοινή γνώμη/ο λαός/ο Τύπος ~ ~., με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα [< αρχ. κυβέρνησις, γαλλ. gouvernement, αγγλ. government]
νόσφισηνό-σφι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) νοσφισμός (ο) (λόγ.): οικειοποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσφιση εξουσίας: κατάχρηση εξουσίας.
φθοράφθο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. βαθμιαία καταστροφή λόγω κακής ή μακράς χρήσης, πολυκαιρίας: ενδεχόμενη/ομαλή/προχωρημένη/υπερβολική/φυσική/φυσιολογική ~. Δείκτης ~άς ελαστικών. Προστασία από τη ~ του χρόνου. Χαλύβδινοι ράβδοι με μεγάλη αντοχή/υψηλή αντίσταση στη ~. Η ~ των δοντιών/των ρούχων/των σωληνώσεων (πβ. διάβρωση)/των υποδημάτων (πβ. λιώσιμο). Εικόνες/σημάδια ~άς και εγκατάλειψης (: συνήθ. για κτίρια). Επήλθε ~. Βλ. χάλασμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} βλάβη, ζημιά: μεγάλη/μικρή/σημαντική ~. Αίτια/αποκατάσταση/ελαχιστοποίηση/επισκευή/καταγραφή/κίνδυνος/πρόκληση/πρόληψη ~ών. Έλεγχος για τυχόν ~ές. Προξένησαν εκτεταμένες ~ές στις εγκαταστάσεις. Υπέστη ανεπανόρθωτη ~. Βλ. μικροφθορές.|| (ΙΑΤΡ.) Νοσήματα ~άς (: διαβήτης, καρκίνος, οστεοπόρωση, παχυσαρκία). 3. (μτφ.) απώλεια της ποιότητας, της αξίας ή της δύναμης: ηθική/πνευματική/ψυχική ~. Οικονομική και κοινωνική ~. Γενικευμένη/ραγδαία πολιτική ~. Η ~ μιας γλώσσας/ενός θεσμού. ~ του κύρους/της υγείας κάποιου. Η καχυποψία επιφέρει ~ στη σχέση. Πβ. αλλοίωση, εκφυλισμός, μαρασμός. Βλ. δια~, παρα~, παρακμή, σήψη. ● ΣΥΜΠΛ.: η φθορά της εξουσίας: η μείωση της δημοτικότητας ή των ψηφοφόρων πολιτικού προσώπου ή κόμματος, αντίστοιχα, λόγω μακρόχρονης παραμονής του στην εξουσία., φθορά ξένης περιουσίας/ιδιοκτησίας: ΝΟΜ. πλημμέλημα που διαπράττει όποιος εκούσια καταστρέφει ολικώς ή μερικώς ξένα αγαθά ή ακυρώνει με οποιονδήποτε τρόπο τη χρήση τους. Βλ. βανδαλισμός. ● ΦΡ.: μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας βλ. μεταξύ [< αρχ. φθορά]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ