Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 5 εγγραφές  [0-5]


  • εξτρέ [ἐξτρέ] εξ-τρέ ουσ. (ουδ.): αντίγραφο κίνησης τραπεζικού λογαριασμού. [< γαλλ. extrait]
  • εξτρέμ [ἐξτρέμ] εξ-τρέμ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται συνήθ. στο ένα από τα δύο άκρα της επίθεσης: αριστερός/δεξιός ~.|| (ειδικότ.) Χαφ-~. ~-φορ. Βλ. σέντερ φορ, στράικερ. 2. {σπάν. ως επίθ.} ακραίος· οριακός: ~ ιδέες.|| ~ καταστάσεις. ΣΥΝ. εξτρίμ [< γαλλ. extrême]
  • εξτρεμισμός [ἐξτρεμισμός] εξ-τρε-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ακραία στάση, συμπεριφορά, ιδεολογία: βίαιος/θρησκευτικός/πολιτικός ~. ~ και τρομοκρατία. Ακρότητες και ~οί. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. extrémisme, 1911]
  • εξτρεμιστής [ἐξτρεμιστής] εξ-τρε-μι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εξτρεμίστρια}: πρόσωπο που υιοθετεί ακραίες απόψεις ή/και προβαίνει σε αντίστοιχες ενέργειες: κουκουλοφόρος/φανατικός ~. Θρησκευτικοί ~ές.|| (ως επίθ.) ~ές: μουσουλμάνοι. [< γαλλ. extrémiste, 1911]
  • εξτρεμιστικός , ή, ό [ἐξτρεμιστικός] εξ-τρε-μι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον εξτρεμισμό: ~ή: ιδεολογία. ~ό: καθεστώς. ~ές: δυνάμεις/ενέργειες/ιδέες. ~ά: κόμματα/στοιχεία. Ακραίες και ~ές απόψεις. Βλ. -ιστικός1. ● επίρρ.: εξτρεμιστικά [< γαλλ. extrémiste, 1911]

-ισμός

-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.

-ιστικός1αμοραλιστης

-ιστικός1αμοραλιστης

, ή, ό: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει χαρακτηριστικό που ανήκει ή ταιριάζει σε ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: ακτιβ~/αλτρου~/ανθρωπ~/βουδ~/υπαρξ~.|| (μειωτ.) Αμοραλ~/αριβ~/ατομ~. Βλ. -ικός.

σέντερ

σέντερσέ-ντερ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {σπανιότ. θηλ. | άκλ.}: ΑΘΛ. παίκτης ομάδας μπάσκετ που αγωνίζεται κυρ. κοντά στο καλάθι· η αντίστοιχη θέση. Βλ. πάουερ φόργουορντ, πλέι μέικερ, σμολ φόργουορντ, σούτινγκ γκαρντ. ΣΥΝ. πεντάρι (4) [< αμερικ. center]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.