Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • εξωγλωσσικός , ή, ό [ἐξωγλωσσικός] ε-ξω-γλωσ-σι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με στοιχεία που δεν ανήκουν στη γλώσσα, αλλά συμβάλλουν στην επικοινωνία, όπως το φύλο, η ηλικία, η κατάσταση του ομιλητή: ~ό: περιβάλλον. ~ή: πραγματικότητα. Βλ. παραγλωσσ-, πραγματολογ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωγλωσσικά στοιχεία βλ. στοιχείο [< αγγλ. extralinguistic, 1927, extra-lingual, 1961]

στοιχείο

στοιχείο[στοιχεῖο] στοι-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. τμήμα, συστατικό ευρύτερου συνόλου, συγκεκριμένου ή αφηρημένου: αρχιτεκτονικό/δομικό/θερμαντικό/κατασκευαστικό/κοπτικό ~. ~ δοκού/κυκλώματος/μηχανής. ~α του προβλήματος/προγράμματος/σχεδίου. Το πρώτο ~ του καταλόγου/πίνακα. Ιδιωματικά/λαϊκά/λόγια ~α στη γλώσσα.|| (ΜΑΘ.) Αντιστρέψιμο/αριθμητικό ~. ~ διανύσματος/συνόλου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείου/δικτύου/εικόνας (βλ. πίξελ)/ελέγχου/ιμέιλ/λήψης. Κάντε κλικ στο ~ "αποστολή άμεσου μηνύματος".|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ του ενεργητικού/ισολογισμού/παθητικού.|| (ΝΟΜ.) Άρθρο 3 παράγραφος 2, ~ δ.|| (ΦΙΛΟΣ.) Τα τέσσερα ~α (: αέρας, γη, νερό, φωτιά, σύμφωνα με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~α πυροβολικού. 2. χαρακτηριστικό γνώρισμα και ειδικότ. παράγοντας, όρος: αναγνωριστικό/αρνητικό/ενδεικτικό/θετικό/λογικό/σημαντικό/τυπολογικό ~. ~α κειμένου/προσωπικότητας/τεχνοτροπίας. Το ~ της αλλαγής/του ηρωισμού/της υποκειμενικότητας. Κυρίαρχο ~ της συνάντησης ήταν η ένταση. Η γλώσσα ως ~ της εθνικής ταυτότητας. Δεν μας συνδέει κανένα κοινό ~. Αφήγηση με έντονο το ~ της έκπληξης. Το κωμικό/τραγικό ~ στην ποίηση του ... Πβ. χαρακτηριστικό.|| Απαραίτητο/καθοριστικό/καταστροφικό ~. ~ ανάπτυξης (πβ. μοχλός)/γοητείας/δημοκρατίας/ελευθερίας/έλξης/εξέλιξης/επιτυχίας/μνήμης/πολιτισμού/προόδου. Η συνεργασία είναι βασικό ~ για την εξέλιξη της κοινωνίας. Η κινητή τηλεφωνία αναπόσπαστο ~ της καθημερινής ζωής (πβ. κομμάτι). 3. τεκμήριο, απόδειξη: αδιάσειστο ~ αθωότητας/ενοχής. ~-βόμβα. Καταθέτω/προσκομίζω απαλλακτικά/αποδεικτικά/ενοχοποιητικά/ψευδή ~α. Δεν προκύπτει κανένα ~ που να δικαιολογεί ποινική δίωξη. Βίντεο που δεν αποτελεί ~ για το δικαστήριο. Κανένα ~ δεν επιβεβαιώνει τη φήμη. Υπήρχαν επαρκή ~α εναντίον του. Πβ. πειστήριο. 4. άτομο ή ομάδα, κοινότητα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, διαφορετικά από το ευρύτερο σύνολο, ως παράγοντας δράσης: τα αναρχικά/δημοκρατικά/επαναστατικά/κακοποιά/προοδευτικά/συντηρητικά ~α μιας κοινωνίας. Εξωσχολικά ~α. Το έπαιζε ηθικό ~.|| (περιληπτ.) Το λαϊκό/μεταναστευτικό/φοιτητικό ~. Το ελληνικό/ομογενειακό ~ της Αμερικής (πβ. λόμπι). Η συμβολή του προσφυγικού ~ου στην ανάπτυξη της οικονομίας. Πβ. πληθυσμός. 5. το περιβάλλον που είναι απαραίτητο για τη ζωή, την ανάπτυξη, την αποτελεσματική δράση κάποιου: Το ~ του ψαριού είναι το νερό. Το σινεμά είναι το ~ μου. Νιώθω εντελώς έξω από το ~ μου (πβ. έξω από τα νερά μου). 6. ΤΥΠΟΓΡ. χαρακτήρας που αντιστοιχεί σε γράμμα του αλφάβητου, αριθμό ή άλλο σύμβολο και χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή ή την ηλεκτρονική στοιχειοθέτηση: έντονα (βλ. μπολντ)/κεφαλαία/μαύρα/πεζά ~α. Μέγεθος/οικογένεια ~ων. ~α δώδεκα στιγμών. Ελληνικά/λατινικά τυπογραφικά ~α. ● στοιχεία (τα) {σπάν. στον εν.} 1. πληροφορίες, δεδομένα: αναλυτικά/βιογραφικά/δημογραφικά/ενημερωτικά/επίσημα/ιστορικά/οικονομικά/στατιστικά/συγκεντρωτικά/φορολογικά ~. Επεξεργασία/καταχώριση/πιστοποίηση ~ων. Αλλοιώνω τα/αποκαλύπτω/παρουσιάζω/συγκεντρώνω ~. Ελέγχω την ακρίβεια των ~ων. Νέα ~ προκύπτουν από την έρευνα. Σύμφωνα με τα ~ που δόθηκαν στη δημοσιότητα ... Θα σου δώσω ένα ~ο, για να βρεις τη λύση.|| (επίσ., για αναγνώριση ή εξεύρεση προσώπου) ~ (αστυνομικής) ταυτότητας. Έδωσε τα ~ του. Πλήρη ~ επικοινωνίας. ~ εταιρείας/πελάτη/χρήστη. Άτομο αγνώστων ~ων. Δήλωση ατομικών/προσωπικών ~ων. Εξακρίβωση ~ων (: από αστυνομικό). (κατ' επέκτ.) ~ εγγράφου (βλ. αριθμός πρωτοκόλλου). 2. στοιχειώδεις γνώσεις, βασικές αρχές γνωστικού αντικειμένου: ~ αστρονομίας/λογιστικής/μαθηματικών. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωγλωσσικά στοιχεία: ΓΛΩΣΣ. μη λεκτικά στοιχεία που συνοδεύουν τα εκφωνήματα, όπως οι χειρονομίες, οι μορφασμοί, το βλέμμα, η στάση του σώματος, και συμβάλλουν στην επικοινωνία. Βλ. παραγλωσσικά στοιχεία., οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες & (συνηθέστ.) στοιχεία και πληροφορίες: ΟΙΚΟΝ. συνοπτική παρουσίαση των δεδομένων που περιγράφουν την οικονομική πορεία εταιρείας σε ορισμένη χρονική περίοδο, η οποία δημοσιεύεται για ενημέρωση των επενδυτών. Βλ. οικονομικές καταστάσεις., περιουσιακά στοιχεία: ό,τι αποτελεί μέρος της περιουσίας κάποιου: μισθωμένα/προσωπικά ~ ~. Ασώματα/άυλα (π.χ. εμπορικά σήματα, ευρεσιτεχνίες)/ενσώματα (π.χ. κτίρια, μηχανήματα) πάγια ~ ~ (: αγαθά και δικαιώματα εταιρείας που προορίζονται για μακροχρόνια χρήση). Ανάκτηση/απόσβεση/κατάσχεση/πάγωμα ~ών ~ων. Δεν έχω κανένα ~ό ~ο., στοιχείο-κλειδί: καθοριστικός παράγοντας: ~ ~ για τη σωστή λειτουργία του συστήματος. [< αγγλ. key element] , τα στοιχεία της φύσης: οι δυνάμεις της (συνήθ. ανεξέλεγκτα φυσικά φαινόμενα, όπως κεραυνοί, αστραπές, θύελλες, τρικυμίες, πλημμύρες, σεισμοί) και ειδικότ. τα συστατικά στοιχεία του φυσικού κόσμου: Μαίνονται ~ ~ (: για καταιγίδα). Ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος στα/παλεύει με ~ ~.|| Τα δομικά/πρωταρχικά στοιχεία ~., χημικό στοιχείο & στοιχείο: ΧΗΜ. καθεμιά από τις ουσίες που αποτελούνται από όμοια άτομα, δεν μπορούν να διασπαστούν σε απλούστερες και που μόνες τους ή σε συνδυασμό συγκροτούν την ύλη (οι γνωστές είναι πάνω από εκατό): αμέταλλα/μεταλλικά/ραδιενεργά ~α. Το ~ του άνθρακα/οξυγόνου/υδρογόνου. Ατομικός αριθμός/ατομικό βάρος ~ού ~ου. Περιοδικός πίνακας των ~ών ~ων. Βλ. ηλεκτρόνιο, ισότοπο, μικροστοιχείο, πρωτόνιο. [< αγγλ. chemical element, γαλλ. élément chimique] , βολταϊκή στήλη βλ. βολταϊκός, ενεργητικά στοιχεία βλ. ενεργητικός, ηλεκτρική στήλη/ηλεκτρικό στοιχείο βλ. στήλη, ηλιακή κυψέλη βλ. ηλιακός, καλολογικά στοιχεία βλ. καλολογικός, μεταλλικά άλατα/στοιχεία βλ. μεταλλικός, παθητικά στοιχεία βλ. παθητικός, παραγλωσσικά στοιχεία βλ. παραγλωσσικός, παράγοντας/στοιχείο αβεβαιότητας βλ. αβεβαιότητα, πλάγια γράμματα βλ. πλάγιος, ραδιενεργό (χημικό) στοιχείο βλ. ραδιενεργός, στοιχεία/μέταλλα μετάπτωσης βλ. μετάπτωση, υγρό στοιχείο βλ. υγρός, υπερτεμαχιακά στοιχεία βλ. υπερτεμαχιακός, φωτοβολταϊκό στοιχείο βλ. φωτοβολταϊκός, ψηφιακά στοιχεία βλ. ψηφιακός ● ΦΡ.: βρίσκομαι/είμαι στο στοιχείο μου (προφ.): σε φυσικό, οικείο, επιθυμητό περιβάλλον: Όταν χορεύω, ~ ~. [< αρχ. στοιχεῖον ‘γράμμα του αλφαβήτου, πρωταρχικό στοιχείο, πρώτη αρχή’, γαλλ. élément, principe, αγγλ. item]