Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εορτή [ἑορτή] ε-ορ-τή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γιορτή, συνήθ. επίσημη ή θρησκευτική. Βλ. προεόρτια. ● ΣΥΜΠΛ.: δεσποτική εορτή & γιορτή: ΕΚΚΛΗΣ. προς τιμήν του Χριστού: η ~ ~ της Αναλήψεως/της Πεντηκοστής/των Χριστουγέννων., θεομητορική εορτή & γιορτή: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τη Θεοτόκο: η ~ ~ του Ευαγγελισμού., ακίνητη/σταθερή γιορτή βλ. ακίνητος, κινητή εορτή βλ. κινητός, ονομαστική εορτή βλ. ονομαστικός ● ΦΡ.: κατόπιν εορτής βλ. κατόπιν [< αρχ. ἑορτή]

ακίνητος

ακίνητος, η, ο [ἀκίνητος] α-κί-νη-τος επίθ.: που δεν κινείται, δεν αλλάζει θέση: ~ος: στόχος. ~η: γέφυρα (ΑΝΤ. κινητή). ~ο: βλέμμα. ~α: νερά (ΣΥΝ. στάσιμος· ΑΝΤ. κινούμενος). Κάθομαι/κοιτάζω/παραμένω/στέκομαι ~. Έμεινε ~ σαν άγαλμα (= ασάλευτος)/στο κρεβάτι. Κάτσε/στάσου ~! ~, ψηλά τα χέρια (: διαταγή αστυνομικού σε ύποπτο, κακοποιό, πβ. αλτ1)! Παρακολουθούσαν ~οι και ανέκφραστοι τα διαδραματιζόμενα. Πβ. ακούνητος, αμετακίνητος.|| (μτφ.) ~ χρόνος. Βλ. -κίνητος. ΑΝΤ. αεικίνητος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ακίνητη περιουσία & ιδιοκτησία: γη και κτίσματα: μεταβίβαση/φορολογία ~ης ~ας. Έχω στην κυριότητά μου ~ ~. ~ ιδιοκτησία πλήρους κυριότητας. Απαλλοτρίωση/τέλος επί ~ης ιδιοκτησίας. Πβ. ακίνητο. ΑΝΤ. κινητή περιουσία, ακίνητη/σταθερή γιορτή & εορτή: ΕΚΚΛΗΣ. που γιορτάζεται πάντοτε σε σταθερή ημερομηνία. ΑΝΤ. κινητή εορτή [< μεσν. ακίνητος εορτή] [< αρχ. ἀκίνητος, γαλλ.- αγγλ. immobile]

κατόπιν

κατόπινκα-τό-πιν πρόθ. (λόγ.) 1. (+ γεν.) μετά, ύστερα από: ~ ενεργειών μου/εξετάσεων/συμφωνίας.|| (λογιότ.) ~ αυτού/τούτου, ... 2. (ως επίρρ.) έπειτα, στη συνέχεια: Τέλειωσε το πανεπιστήμιο και πήγε, ~, στρατό. ● ΦΡ.: κατόπιν εορτής (συνήθ. ειρων.): καθυστερημένα: Έφτασαν/κατάλαβα το λάθος μου ~ ~ (= αργά, ετεροχρονισμένα).|| (ως επίθ.) ~ ~ εξαγγελίες. Βλ. δώρο(ν) άδωρο(ν)., κατόπιν αιτήματος βλ. αίτημα, κατόπιν εντολής βλ. εντολή, κατόπιν παραγγελίας βλ. παραγγελία [< αρχ. κατόπιν]

κινητός

κινητός, ή, ό κι-νη-τός επίθ. 1. που είναι δυνατό να κινηθεί ή να μετακινηθεί, που μπορεί κάποιος να του αλλάξει θέση, να τον μεταφέρει: ~ός: γερανός. ~ή: βάση/γέφυρα/σκάλα/συσκευή/τεχνολογία. ~ό: μηχάνημα/ουραίο (τουφεκιού)/στέλεχος (μηχανισμού)/στήριγμα/σύστημα/τηλέφωνο (= κινητό). ~ά: διαχωριστικά/εξαρτήματα/μέρη (π.χ. οροφής)/χωρίσματα. Πβ. κινούμενος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ά πράγματα μεγάλης αξίας. ΑΝΤ. ακίνητος, σταθερός (2) 2. που χρησιμοποιεί ειδικά εξοπλισμένο και διαμορφωμένο μεταφορικό μέσο, συνήθ. βαν, για να μετακινείται από μέρος σε μέρος: ~ός: σταθμός (παροχής ιατρικής φροντίδας). ~ή: καντίνα. ~ό: συνεργείο (τηλεόρασης). (ΣΤΡΑΤ.) ~ή Ομάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών (ακρ. Κ.ΟΜ.Α.Κ.). Βλ. -κίνητος. 3. (σπανιότ.) που μεταβάλλεται, αλλάζει: ~ή: κλίμακα μισθών/ωρών εργασίας. ● Ουσ.: κινητά (τα): κινητή περιουσία: ~ και ακίνητα. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητή εορτή & γιορτή: ΕΚΚΛΗΣ. της οποίας η ημερομηνία δεν είναι σταθερή (εξαρτάται από το Πάσχα). ΑΝΤ. ακίνητη/σταθερή γιορτή [< μεσν. κινητή εορτή] , κινητή μονάδα: που είναι πλήρως εξοπλισμένη για την εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού, συνήθ. δημόσιας ωφέλειας, και μεταφέρεται με ειδικά διαμορφωμένο όχημα: ~ ~ αιμοληψίας/ενημέρωσης/προληπτικής ιατρικής/ψυχικής υγείας., κινητή περιουσία: περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να μεταφερθούν. ΑΝΤ. ακίνητη περιουσία, κινητή τηλεφωνία: ΤΗΛΕΠ. που αναφέρεται στην επικοινωνία μέσω κινητού τηλεφώνου, στην τεχνολογία και τις υπηρεσίες που την υποστηρίζουν: εταιρική/συνδρομητική ~ ~. Ακτινοβολία/δίκτυο/κεραίες/σύνδεση/τέλη ~ής ~ας. ΑΝΤ. σταθερή τηλεφωνία [< αγγλ. mobile telephony] , κινητό γραφείο: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. φορητή ηλεκτρονική συσκευή (κυρ. λάπτοπ ή κινητό τηλέφωνο με ηλεκτρονικό στιλό), που παρέχει δυνατότητες γραφείου. [< αγγλ. mobile office] , κινητός μέσος (όρος): ΣΤΑΤΙΣΤ. μέση τιμή μιας αξίας (μετοχής, νομίσματος) για συγκεκριμένη χρονική περίοδο που προηγήθηκε. [< αγγλ. moving average, 1912] , κινητά φύλλα βλ. φύλλο, κινητές αξίες βλ. αξία, κινητές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, κινητή βιβλιοθήκη βλ. βιβλιοθήκη, κινητή μάθηση βλ. μάθηση ● ΦΡ.: είναι ζωντανή/κινητή βιβλιοθήκη/εγκυκλοπαίδεια βλ. εγκυκλοπαίδεια [< 1: αρχ. κινητός, γαλλ.-αγγλ. mobile]

ονομαστικός

ονομαστικός, ή, ό [ὀνομαστικός] ο-νο-μα-στι-κός επίθ. 1. που περιέχει ονόματα: ~ός: (τηλεφωνικός) κατάλογος. ~ή: κατάσταση (μαθητών)/λίστα (επιτυχόντων). Χρονολογικοί, θεματικοί και ~οί πίνακες. 2. ΟΙΚΟΝ. (συνήθ. για ποσό) που ισχύει επίσημα κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πληθωριστικές πιέσεις, κρατήσεις, προσαυξήσεις, επιβαρύνσεις: ~ός: (φορολογικός) συντελεστής. ~ή: αμοιβή/(συναλλαγματική) ισοτιμία/σύγκλιση/τιμή. ~ό: ΑΕΠ/επιτόκιο/(μετοχικό) κεφάλαιο/κόστος (εργασίας). Αύξηση τόσο σε ~ούς όσο και σε πραγματικούς όρους. Πβ. τρέχων. 3. (για μέγεθος) μέγιστη απόδοση σε θεωρητικό επίπεδο, χωρίς να συνυπολογίζονται δευτερεύοντες παράγοντες που μπορεί να την επηρεάσουν· που ισχύει κατ' όνομα: ~ός: αριθμός (στροφών)/όγκος. ~ή: διάμετρος/ένταση/(θερμική) ισχύς/παροχή/ποσότητα. ~ό: βάρος/εύρος/πάχος/ρεύμα/φορτίο. ~ές: διαστάσεις. ~ή ταχύτητα λήψης δεδομένων. 4. που αναγράφει το όνομα του προσώπου για το οποίο εκδίδεται: (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: τίτλος (ΑΝΤ. ανώνυμος). ~ές: μετοχές. ~ά: χρεόγραφα. || ~ά και αριθμημένα εισιτήρια.|| ~ή: αναφορά/επιστολή/καταγγελία/πρόσκληση. ● επίρρ.: ονομαστικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ονομαστική αξία & ονομαστική τιμή, αξία στο άρτιο: ΟΙΚΟΝ. η αναγραφόμενη σε νόμισμα ή τίτλο αξία του, η οποία θεωρείται ότι ισχύει επίσημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και η πραγματική (δεδομένου του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης): ~ ~ γραμματίου/ομολόγου. [< αγγλ. nominal value] , ονομαστική εορτή & γιορτή: ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τιμά τη μνήμη Αγίου (ή Μάρτυρα ή Οσίου) και κατ' επέκτ. γιορτάζει κάθε άτομο που έχει το όνομά του: Πότε έχεις την ~ σου ~;, ονομαστική ψηφοφορία & ψηφοφορία με ονομαστική κλήση: (συνήθ. στη Βουλή) διαδικασία κατά την οποία κάθε βουλευτής εκφράζει την προτίμησή του με ναι, όχι ή παρών, όταν ακούσει να εκφωνείται (με αλφαβητική σειρά) το όνομά του από κατάλογο: μυστική/φανερή ~ ~. Πρόταση ~ής ~ας., ονομαστική κλήση βλ. κλήση, ονομαστική μετοχή βλ. μετοχή, ονομαστική πίεση βλ. πίεση, ονομαστικός μισθός βλ. μισθός [< αρχ. ὀνομαστικός, γαλλ. nominatif, nominal, πβ. γαλλ. onomastique, αγγλ. onomastic]

προεόρτια

προεόρτιαπρο-ε-όρ-τι-α ουσ. (ουδ.) (τα) ΑΝΤ. μεθεόρτια 1. (μτφ.) οτιδήποτε προαναγγέλλει ένα γεγονός, συνήθ. δυσάρεστο: ~ ήττας/νίκης. ~ αντιδράσεων για το νέο νομοσχέδιο. Πβ. προανάκρουσμα. 2. οι παραμονές μιας γιορτής και οι σχετικές πανηγυρικές εκδηλώσεις: τα ~ του Δεκαπενταύγουστου/του Ευαγγελισμού/των Φώτων. [< μεσν. προεόρτια]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.