Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επίδικος , η/ος, ο [ἐπίδικος] ε-πί-δι-κος επίθ. 1. ΝΟΜ. που τελεί υπό την κρίση δικαστηρίου· που διεκδικείται δικαστικά: ~η: διαφορά/υπόθεση. ~ες: απαιτήσεις. Βλ. υπόδικος.|| ~ος: έκταση. ~ο: ακίνητο/δικαίωμα/ποσό. 2. που έχει γίνει αντικείμενο διένεξης, επίμαχος: ~ο: ζήτημα/θέμα. ~α: δημοσιεύματα. [< 1: αρχ. ἐπίδικος 2: γαλλ. litigieux]

υπόδικος

υπόδικος, η, ο [ὑπόδικος] υ-πό-δι-κος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίκου}: ΝΟΜ. κατηγορούμενος του οποίου η υπόθεση δεν έχει ακόμα εκδικαστεί· (μτφ.) αυτός που θεωρείται υπεύθυνος για κάτι δυσάρεστο: ~ για διαφθορά/εγκλήματα πολέμου. Βρίσκονται ~οι με την κατηγορία ... Ο ~ αναμένεται να λογοδοτήσει στη Δικαιοσύνη.|| Είναι ~ στη συνείδηση του λαού για ... Πβ. υπόλογος. [< αρχ. ὑπόδικος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.