Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επίπτωση [ἐπίπτωση] ε-πί-πτω-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: αρνητική κυρ. συνέπεια: βλαβερές/καταστροφικές/ολέθριες/σοβαρές ~ώσεις. Οικονομικές/περιβαλλοντικές ~ώσεις από την κλιματική αλλαγή. Οι ~ώσεις του αλκοόλ/του καπνίσματος στην υγεία (πβ. επίδραση). Οι ~ώσεις της κρίσης (στην αγορά εργασίας). Ελαχιστοποίηση των ~ώσεων. Νόσος με σωματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές ~ώσεις στα πάσχοντα άτομα. Οι επιχειρήσεις υφίστανται τις ~ώσεις του αθέμιτου ανταγωνισμού. Πβ. αντίκτυπος, παρενέργεια.|| (πλεοναστικά) Αρνητικές/δυσμενείς ~ώσεις.|| Θετικές ~ώσεις. Πβ. επακόλουθο. Βλ. -πτωση. [< πβ. μτγν. ἐπίπτωσις ‘επίθεση, σύμπτωση’, γαλλ. incidence, conséquence]

-πτωση

-πτωση: το ουσιαστικό πτώση ως β' συνθετικό: πρόσ~.|| Bροχό~/υδατό~/χιονό~.|| Βλεφαρό~/τριχό~.|| (αφηρ., συνήθ. με πρόθ.) Έκ~/επί~/κατά~/σύμ~.