Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • επίτηδες [ἐπίτηδες] ε-πί-τη-δες επίρρ.: από πρόθεση: Το κάνεις ~, για να με εκνευρίζεις. ~ δεν ανέφερα λεπτομέρειες. Πβ. εξ~, επιτούτου, εσκεμμένα, ηθελημένα, σκόπιμα. ΑΝΤ. άθελα, κατά λάθος [< αρχ. ἐπίτηδες]