Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • επαγωγικός , ή, ό [ἐπαγωγικός] ε-πα-γω-γι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την εξαγωγή γενικού συμπεράσματος από τη μελέτη ειδικών στοιχείων: ~ός: (συλ)λογισμός/τρόπος σκέψης. ~ή: απόδειξη/λογική/σκέψη. ΑΝΤ. απαγωγικός (1), παραγωγικός (4) 2. ΦΥΣ. που αναφέρεται στην επαγωγή: ~ός: διακόπτης/κινητήρας. ~ή: αντίδραση/εστία/τάση. ~ό: πηνίο/ρεύμα/φορτίο. ● επίρρ.: επαγωγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: μτγν. ἐπαγωγικός 2: γαλλ. inductif]